Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

 
Η ΧΑΛΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το Αιγαίο πέλαγος, η κατάσπαρτη από μικρά και μεγάλα νησιά θάλασσα, που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν έτσι από τα μεγάλα του κύματα, τις αίγες, όπως τις έλεγαν, αποτέλεσε πόλο έλξης από την 11η χιλιετία περίπου π.Χ., δεν κατοικήθηκε όμως συστηματικά πριν από τη Νεολιθική εποχή (6800 – 3200 π.Χ.). Η θάλασσα αυτή αποτελεί κατά την εποχή του Χαλκού (3200 – 1050 π.Χ.) την υδάτινη λωρίδα που ενώνει την ηπειρωτική Ελλάδα με τη Μικρά Ασία, και...
την Κρήτη και το νότιο Αιγαίο με το Βορειοελλαδικό χώρο, τα νότια Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο, συνιστώντας έτσι πεδίο έντονων οικονομικών, κοινωνικών και εν γένει πολιτιστικών ζυμώσεων.
Η αναζήτηση και εξεύρεση μετάλλων (χαλκού, άργυρου, μόλυβδου) στις Κυκλάδες και η χρήση κραμάτων ανθεκτικού ορείχαλκου (μπρούντζου) από Ασιατικές πηγές, επιφέρουν από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. αποφασιστικές αλλαγές στην εργαλειοτεχνία, βελτιώνουν την αγροτική παραγωγή και δίνουν ώθηση στη βιοτεχνία και το εμπόριο. Πρωτεύοντα ρόλο στη διάδοση της τεχνογνωσίας του ορείχαλκου στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο έχουν τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, στα οποία, από τις αρχές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, αναπτύσσονται πολυάνθρωποι οικισμοί με πρωτοαστικά χαρακτηριστικά.
Στα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Πολιόχνης Λήμνου αναγνωρίζεται η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης με δομές δημοκρατικές, ορατές στην ύπαρξη κοινοτικού χώρου συνεδριάσεων, του λεγόμενου «Βουλευτηρίου». Αποφασιστική είναι η συμβολή των Κυκλάδων στην ανάπτυξη της ναυτιλίας, τη χάραξη νέων θαλάσσιων δρόμων και την πλοκή εμπορικών δικτύων, μέσω των οποίων, έρχονται σε επαφή η ηπειρωτική και παράκτια Ελλάδα, η Μικρά Ασία και τα νησιά, δημιουργώντας από τα μέσα περίπου της 3ης χιλιετίας μια πολιτιστική κοινή, που περιγράφεται εύστοχα με τον όρο «διεθνές πνεύμα».
Οι έμπειροι Κυκλαδίτες ναυτικοί συμπράττουν κατά τη Μέση Χαλκοκρατία (2000 – 1550 π.Χ.) με τη μεγάλη οικονομική δύναμη της περιόδου, τη Μινωική Κρήτη, αποκτούν πλούτο και οργανώνουν τους πρώτους μεγάλους οικισμούς, οι οποίοι, παρά τις αλλεπάλληλες φυσικές καταστροφές, επιβιώνουν και εξελίσσονται κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία (1550 – 1050 π.Χ.) σε ισχυρά αστικά κέντρα. Το Ακρωτήρι Θήρας αποτελεί κατά την Υστεροκυκλαδική Ι περίοδο μοναδικό κοσμοπολίτικο κέντρο, στο οποίο συμβιώνουν στοιχεία της Μινωικής Κρήτης (αρχιτεκτονική, τοιχογραφίες, λατρεία) και του ανερχόμενου Μυκηναϊκού κόσμου μέσα σε έντονα Κυκλαδικό κλίμα.
Η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (1628 π.Χ.), η αύξηση της Μυκηναϊκής δύναμης και η καταστροφή των Μινωικών ανακτόρων (περίπου το 1450 π.Χ.) σηματοδοτούν μια νέα πολιτιστική περίοδο στα νησιά του Αιγαίου. Οι Κυκλαδίτες εξακολουθούν να βρίσκονται στο προσκήνιο, συνεργαζόμενοι πλέον στο θαλάσσιο διαμετακομιστικό εμπόριο με τους Μυκηναίους. Η εμβέλεια των Μυκηναίων φθάνει ως το Βορειοανατολικό Αιγαίο (Λήμνος).
Η επίδραση όμως του Μυκηναϊκού πολιτισμού γίνεται ολοένα πιο ισχυρή και είναι εμφανής στην αρχιτεκτονική (οχυρώσεις), τη διοικητική οργάνωση (μέγαρα), τη θρησκεία (ιερά), τα ταφικά έθιμα και την τέχνη κυρίως των Κυκλάδων και των νησιών του νότιου Αιγαίου.
Πρώιμη Χαλκοκρατία
Τα αρχαιολογικά δεδομένα από ανασκαφικές και επιφανειακές έρευνες πιστοποιούν ότι η κατοίκηση, η οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική σύνθεση και εν γένει η πολιτιστική εξέλιξη των νησιωτικών οικισμών του Αιγαίου παρουσιάζει τοπικές ιδιομορφίες στη διάρκεια της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (3η χιλιετία π.Χ.). Oι ιδιομορφίες αυτές οφείλονται στο μέγεθος των νησιών, τις γεωμορφολογικές – κλιματολογικές συνθήκες, τις διαθέσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές καθώς και στην απόσταση τόσο μεταξύ τους όσο και από την πλησιέστερη ηπειρωτική χώρα.
Στα νησιά του Αιγαίου διακρίνονται δύο σημαντικοί πολιτισμοί: ο Τρωικός και ο Κυκλαδικός.
- O Τρωικός πολιτισμός, περιλάμβανε καταρχήν την Τροία, που άρχισε να ανασκάπτεται το 1870 από το Γερμανό Ε. Σλήμαν, και οικισμούς των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου, όπως η Πολιόχνη Λήμνου, η Θερμή Λέσβου, το Εμποριό Χίου και το Ηραίο Σάμου, οι οποίοι παρουσιάζουν πολιτισμική συνάφεια με την Τροία στην αρχιτεκτονική, την κεραμική κ.λπ.
Νεότερες έρευνες σε νησιά του βόρειου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος, Σκύρος) και του νοτιοανατολικού Αιγαίου (Ρόδος) καθώς και σε παράκτιες θέσεις της Μικράς Ασίας (Kum Tepe, Besik-Tepe, Liman Tepe, Bakla Tepe) συνηγορούν στη διεύρυνση του Τρωικού πολιτισμού και στο χαρακτηρισμό του ως πολιτισμικού κύκλου του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου. Κυριότερα χαρακτηριστικά του είναι η ανάπτυξη των πρώτων στον Ελλαδικό – Αιγαιακό χώρο οικισμών με πρωτοαστικό χαρακτήρα και η ανάπτυξη και διάδοση της μεταλλουργίας του μπρούντζου στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο.
- Ο Κυκλαδικός πολιτισμός αναπτύχθηκε στα νησιά των Κυκλάδων και άρχισε να ερευνάται το 1898 από τον πρωτοπόρο Έλληνα αρχαιολόγο Χρ. Τσούντα. Είναι γνωστός κυρίως από τα πολυάριθμα νεκροταφεία και από λιγοστούς ανασκαμμένους οικισμούς. Στην ανάπτυξη του Κυκλαδικού πολιτισμού, που κορυφώθηκε κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο (2800 – 2300 π.X.), συντέλεσε η εκμετάλλευση των λατομείων οψιανού της Μήλου και των μεταλλείων αργύρου, μολύβδου και χαλκού στη Σίφνο, την Κύθνο κ.α. καθώς και η ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου.
Οι Κυκλάδες αποτέλεσαν το φορέα επικοινωνίας του βόρειου Αιγαίου και της Μικράς Ασίας με την κεντρική και τη νότια ηπειρωτική Ελλάδα και, λίγο πριν τα μέσα της 3ης χιλιετίας, συντέλεσαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας πολιτισμικής κοινής, κατά την οποία επικρατεί στο Αιγαίο το λεγόμενο «διεθνές πνεύμα». Σε αντίθεση με το βορειοανατολικό Αιγαίο, στις Κυκλάδες δεν αναπτύσσονται μεγάλοι οικισμοί με πρωτοαστικό χαρακτήρα πριν από τη 2η χιλιετία π.Χ.
Πολιτισμικός Κύκλος Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου
Στα μεγάλα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου, με τις μικρότερες ή μεγαλύτερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και τα εκτεταμένα βοσκοτόπια, που ευνόησαν την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, αναπτύχθηκαν κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (3000 – 2300 / 2200 π.Χ.) παράλιοι, πολυάνθρωποι οικισμοί, μερικοί από τους οποίους παρουσιάζουν ήδη από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. τη μορφή πρώιμων, των παλαιότερων στο Αιγαίο, αστικών κέντρων.
Σ’ αυτό συντέλεσε η γειτνίαση των νησιών με τη Μικρασιατική παραλία και την πλούσια σε πρώτες ύλες (μέταλλα, πολύτιμοι λίθοι) και τεχνογνωσία (ορείχαλκος, κεραμικός τροχός) ενδοχώρα της, καθώς και η θέση τους στους καίριους θαλάσσιους δρόμους από τον Εύξεινο Πόντο προς το νότιο Αιγαίο, που ευνόησε την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας, του εμπορίου και της βιοτεχνίας.
Λιθόκτιστοι οικισμοί με οργανωμένο πολεοδομικό ιστό, συστήματα οχυρώσεων, λειτουργικό οδικό δίκτυο και πλατείες, κοινοτικά κτήρια (Σιταποθήκη και Βουλευτήριο Πολιόχνης Λήμνου), κτίσματα για τη στέγαση του συντονιστικού οργάνου της κοινότητας, κατανομή και εξειδίκευση εργασίας (εργαστήρια μεταλλοτεχνίας κ.λπ.), συγκεντρώνουν πλούτο (π.χ. θησαυρός Κίτρινης Πολιόχνης) μέσω του εμπορίου και παρουσιάζουν στενή πολιτιστική συνάφεια με οικισμούς της παράκτιας Μικράς Ασίας, όπως η Τροία, το Kum Tepe, Besik-Tepe, Liman Tepe και το Bakla Tepe.
Παρά το ότι συνιστούν έναν ευρύ πολιτισμικό κύκλο, παλαιότερα γνωστό ως Τρωικό πολιτισμό, βρίσκονται, ιδιαίτερα κατά τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., σε διαρκώς εντεινόμενο οικονομικό ανταγωνισμό, τον οποίο κάποιοι οικισμοί, όπως η Θερμή Λέσβου, δεν αντέχουν και εγκαταλείπονται. Λίγο αργότερα, οικισμοί όπως η Τροία ΙΙg και η Κίτρινη Πολιόχνη διεκδικούν τον έλεγχο του θαλάσσιου εμπορίου μεταξύ βόρειου και νότιου Αιγαίου.
Νοτιότερα, κοντά στη Σμύρνη, ο οικισμός στο Liman Tepe / Κλαζομενές διαθέτει από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. οχυρωμένο λιμάνι, σημαντικό για το εμπόριο μεταξύ Μικράς Ασίας και Κυκλάδων, ενώ αργότερα ενισχύει την οχύρωσή του με πύργους, αποδεικνύοντας ότι η Τροία δεν αποτελούσε το μοναδικό ισχυρό οικισμό της δυτικής Μικράς Ασίας κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία.
Ιδιαίτερη είναι η συμβολή των νησιωτών του βόρειου Αιγαίου στη διάδοση και ανάπτυξη της μεταλλουργίας του κασσιτερούχου χαλκού (μπρούντζου) στις Κυκλάδες κατά τη μεταβατική φάση Λευκαντί Ι – Καστρί. Η επίδραση αυτή αναζητείται και σε πιθανολογούμενες μετακινήσεις πληθυσμών από το βόρειο Αιγαίο στις Κυκλάδες, οι οποίες ανιχνεύονται, εκτός από τη μεταλλουργία, στην αρχιτεκτονική και την κεραμική του τέλους της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ.
Κυκλαδικός Πολιτισμός
Στα βραχώδη και άγονα νησιά των Κυκλάδων, με τα λιγοστά καλλιεργήσιμα εδάφη και βοσκοτόπια, αναπτύχθηκε κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.) ένας από τους σημαντικότερους πολιτισμούς του Προϊστορικού Αιγαίου, ο Κυκλαδικός. Στην ανάπτυξή του συντέλεσε αποφασιστικά η γεωγραφική θέση των νησιών στο νότιο Αιγαίο, ανάμεσα στις μεγάλες στεριές της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας, και η θάλασσα, που άφηνε περιθώρια πλεύσης προς όλα τα σημεία του ορίζοντα και επέτρεψε την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου.
Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα από τη Μήλο, η ανθρώπινη παρουσία στα Κυκλαδονήσια ανάγεται στην Ανώτερη Παλαιολιθική (11η χιλιετία π.Χ.) και συνδέεται με την εξόρυξη του οψιανού, για την κατασκευή αιχμηρών εργαλείων, όπως αυτών που βρέθηκαν στην Πελοπόννησο, στο σπήλαιο Φράγχθι της Ερμιονίδας.
Ίχνη μονιμότερης εγκατάστασης εντοπίζονται από την 8η χιλιετία π.Χ. στο Μαρουλά Κύθνου, ενώ η συστηματική κατοίκηση των νησιών σημειώνεται κατά τη Νεότερη (4800 – 4500 π.Χ.) και την Τελική Νεολιθική (4500 – 3200 π.Χ.), ως συνέπεια της ανάπτυξης της ναυσιπλοΐας και της αναζήτησης ανθεκτικών πρώτων υλών, όπως του οψιανού και των μετάλλων, η χρήση των οποίων έμελλε να σημαδέψει την αγροτική οικονομία των νεολιθικών κοινοτήτων του Αιγαίου.
Ο Κυκλαδικός πολιτισμός αποτελεί τη φυσική εξέλιξη του πολιτισμού Αττικής – Κεφάλας της Τελικής Νεολιθικής. Σ’ αυτόν διακρίνονται τρεις χρονικές περίοδοι: η Πρωτοκυκλαδική Ι (3200 – 2800 π.Χ.), γνωστή και ως ομάδα Γρόττας – Πηλού, η Πρωτοκυκλαδική ΙΙ (2800 – 2300 π.Χ.), γνωστή και ως ομάδα Κέρου – Σύρου και η Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ (2300 – 2000 π.Χ.), γνωστή και ως ομάδα Φυλακωπής Ι.
Μικροί οικισμοί με λιθόκτιστα σπίτια, νεκροταφεία με κιβωτιόσχημους τάφους, μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, που διαμορφώνονται ήδη από την Πρωτοκυκλαδική Ι. Εξόρυξη μετάλλων, ιδιαίτερη ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας και επέκταση των εμπορικών ανταλλαγών σε ολόκληρο το Αιγαίο χαρακτηρίζουν την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ, τη χρυσή περίοδο του Κυκλαδικού πολιτισμού.
Την περίοδο αυτή επικρατεί στο Αιγαίο το λεγόμενο «διεθνές πνεύμα», όρος που διατυπώθηκε από τον Άγγλο C. Renfrew, τον σημαντικότερο μετά το Χρ. Τσούντα ερευνητή των Προϊστορικών Κυκλάδων. Εντατικές επαφές με το βόρειο και ανατολικό Αιγαίο και πιθανές μετακινήσεις πληθυσμών κατά τη μεταβατική φάση Καστρί, συνοδεύονται από εγκατάλειψη των παλιών μικρών οικισμών και οδηγούν στη δημιουργία νέων μεγάλων οικισμών κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ.
Μεταβατική Φάση Λευκαντί Ι – Καστρί
Κατά τα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής II και της Πρωτοελλαδικής ΙΙ (2450 / 2350 – 2200 / 2150 π.Χ.) εμφανίζονται κάποια πρωτόγνωρα στοιχεία στην αρχιτεκτονική, την κεραμική και τη μεταλλοτεχνία των Κυκλάδων και της κεντρικής και νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας, τα οποία παρουσιάζουν ομοιότητες με αντίστοιχα στοιχεία από το βόρειο και το ανατολικό Αιγαίο (Τροία ΙΙ – ύστερη, Ερυθρά – Κίτρινη Πολιόχνη).
Οι ομοιότητες αυτές συνδέονται από ομάδα ερευνητών με μετακινήσεις πληθυσμών από το βόρειο Αιγαίο και τη δυτική Μικρά Ασία προς τις Κυκλάδες και με τη διάδοση των νέων αυτών στοιχείων στην παράλια ηπειρωτική χώρα. Σύμφωνα με άλλη άποψη οι ομοιότητες αυτές είναι απόρροια των εντατικών εμπορικών επαφών που άρχισαν πριν τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., στο πλαίσιο εξασφάλισης μετάλλων από τις Κυκλάδες, και οδήγησαν σταδιακά στη διαμόφωση μιας πολιτισμικής κοινής στο Αιγαίο, η οποία περιγράφεται με τον όρο «διεθνές πνεύμα».
Στοιχεία της φάσης αυτής, γνωστής ως φάση Λευκαντί I – Καστρί, εντοπίζονται στη Σκύρο (Παλαμάρι), την παράκτια Θεσσαλία (Πευκάκια), τη Βοιωτία (Λιθαρές), σε παράλιους οικισμούς και νεκροταφεία της ανατολικής Αττικής (’γιος Κοσμάς), της δυτικής Εύβοιας (Λευκαντί, Μάνικα) και της Αργολίδας (Λέρνα, Τίρυνς), στην Αίγινα και σε οικισμούς των Κυκλάδων (Καστρί Σύρου, Πάνορμος και σπήλαιο Ζα Nάξου, Σκάρκος Ίου).
Χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής της λεγόμενης και «ανατολίζουσας» φάσης είναι η οχύρωση των Πρωτοκυκλαδικών οικισμών (Καστρί Σύρου, Πάνορμος Νάξου), η χειροποίητη κόκκινη και μαύρη στιλβωμένη κεραμική, η χρήση, για πρώτη φορά στο Αιγαίο, κεραμικού τροχού και η ιδιαίτερη ανάπτυξη της μεταλλουργίας του μπρούντζου, που στο βόρειο Αιγαίο είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.X.
Χαρακτηριστικά σχήματα αγγείων της περιόδου είναι τα κύπελλα με μια ή δύο λαβές, τα δέπατα αμφικύπελλα και οι λοξότμητες ή ευρύστομες πρόχοι με σφαιρικό σώμα. Ο κεραμικός τροχός χρησιμοποιείται στην κατασκευή ανοιχτών φιαλών. Τέλος, στη μεταλλοτεχνία, η αρχαιομετρική μελέτη των μπρούντζινων αντικειμένων από τις Κυκλάδες (Kαστρί) αποδεικνύει τη χρήση κραμάτων κασσιτερούχου μπρούντζου, όμοιας σύστασης με εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν στην Τροία και την Πολιόχνη Λήμνου.
Μέση Χαλκοκρατία
Σε αντίθεση με την Πρώιμη Χαλκοκρατία, τα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Μέσης στα νησιά του Αιγαίου είναι προς στιγμήν περιορισμένα και επιτρέπουν μια πρώτη μόνον προσέγγιση της οικιστικής, οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης των νησιωτικών κοινοτήτων της περιόδου. Στα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου, πρωτοαστικά κέντρα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας όπως η Πολιόχνη Λήμνου και η Θερμή Λέσβου κατοικούνται και πάλι, μετά από εγκατάλειψη μερικών εκατοντάδων ετών, χωρίς όμως να ανακτήσουν την παλαιά τους αίγλη.
Αντίθετα με αυτά, οικισμοί όπως το Μικρό Βουνί Σαμοθράκης και το Κουκονήσι Λήμνου κατοικούνται χωρίς διακοπή και γνωρίζουν πληθυσμιακή αύξηση, οικοδομική επέκταση και οικονομική ακμή, οφειλόμενη κατά βάση στη θέση τους πάνω στους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους που ένωναν τον Εύξεινο Πόντο και τη Μικρά Ασία με το κεντρικό Αιγαίο, την ηπειρωτική Ελλάδα και την Κρήτη.
Στις Κυκλάδες κατοικούνται κατά τη Μεσοκυκλαδική περίοδο, ύστερα από μικρή διακοπή λόγω φυσικών (σεισμός) ή άλλων αιτίων, οι μεγάλοι οικισμοί της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙΙ, όπως η Φυλακωπή Μήλου, η Αγία Ειρήνη Κέας και το Ακρωτήρι Θήρας. Οι οικισμοί αυτοί, με την επίδραση της πανίσχυρης μινωικής Κρήτης, γνωρίζουν οικονομική ευημερία και εξελίσσονται σε αστικά κέντρα, που θα διατηρήσουν την ισχύ τους και κατά την Υστεροκυκλαδική περίοδο. Εκτός από τις παράκτιες, κατοικούνται και φυσικά οχυρές θέσεις, όπως το Βρυόκαστρο Τήνου, το Καστρί Σίφνου, το Καστρί Αμοργού και η Μικρή Βίγλα Νάξου.
Ύστερη Χαλκοκρατία
Τα νησιά του Αιγαίου ως κατεξοχήν άγονες και απρόσιτες περιοχές στήριζαν ανέκαθεν την οικονομία τους στη ναυτιλία και το εμπόριο. Τα λιμάνια τους ήταν σημαντικά για τις διεθνείς ανταλλαγές, καθώς αποτελούσαν ένα αναγκαίο πέρασμα για τα πλοία. Κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία οι Κυκλάδες και αργότερα τα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για το διεθνές εμπόριο, καθώς βρέθηκαν στο κέντρο της Μυκηναϊκής εξάπλωσης.
Οι συχνές επαφές με τους άλλους λαούς και ο πλούτος των υλικών αγαθών που έφθανε στα λιμάνια έφεραν στους κατοίκους των νησιών μεγαλύτερη οικονομική ευμάρεια αλλά και νέες ιδέες από τους γύρω πολιτισμούς. Με τον τρόπο αυτό διατηρήθηκε το «διεθνές πνεύμα» που διέκρινε τον πολιτισμικό αυτό χώρο από την Πρώιμη Χαλκοκρατία. Η νησιωτική κοινωνία της Ύστερης Χαλκοκρατίας έγινε καθρέπτης των πολιτισμικών εξελίξεων στο Αιγαίο, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τα ισχυρότερα κράτη.
Έτσι, κατά τις πρώιμες περιόδους της Ύστερης Χαλκοκρατίας υπερισχύουν σε όλους τους τομείς του πολιτισμού οι Κρητικές επιδράσεις ως αποτέλεσμα της Μινωικής Θαλασσοκρατορίας. Η εικόνα αυτή αλλάζει κατά την περίοδο της Μυκηναϊκής εξάπλωσης (15ος αιώνας π.Χ.). Τα Μινωικά στοιχεία εξαλείφονται σταδιακά για να δώσουν τη θέση τους στα Μυκηναϊκά έθιμα. Ειδικότερα η υιοθέτηση των λατρευτικών εθίμων και οι επιρροές της ηπειρωτικής Ελλάδας στα ταφικά έθιμα θεωρούνται δείκτες της Μυκηναϊκής διείσδυσης, η οποία είχε ίσως το χαρακτήρα ενός μερικού εποικισμού.
Μια παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στην εξέλιξη των τεχνών της Υστεροκυκλαδικής εποχής. Οι Κυκλαδίτες υιοθέτησαν αρχικά τα Μινωικά πρότυπα, εισάγοντας ταυτόχρονα νέες μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως οι τοιχογραφίες. Η Κυκλαδική τέχνη των πρώτων περιόδων της Ύστερης Χαλκοκρατίας διατήρησε τον ιδιότυπο φυσιοκρατικό χαρακτήρα της Μινωικής τέχνης. Μετά την Υστεροκυκλαδική ΙΙ περίοδο οι Μινωικές επιρροές εξασθένησαν και υιοθετήθηκαν σταδιακά οι καλλιτεχνικές τάσεις της Μυκηναϊκής Ελλάδας, ένα γεγονός που εκφράζεται με τη μαζική εισαγωγή Μυκηναϊκών προϊόντων και τη ντόπια κατασκευή αντικειμένων παρόμοιας τεχνοτροπίας.
Σε όλους τους τομείς του υστεροκυκλαδικού πολιτισμού -από την πολεοδομική οργάνωση και τις τέχνες μέχρι τη λατρεία και τα ταφικά έθιμα- γίνεται φανερό ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν ήταν μόνο αποδέκτες των πολιτισμικών εξελίξεων της Ύστερης Χαλκοκρατίας, αλλά υπήρξαν σημαντικοί φορείς και κέντρα διαμόρφωσης αρχικά του μινωικού και κατόπιν του Μυκηναϊκού πολιτισμού.
ΚΑΤΟΙΚΗΣΗ
Με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα ο αποικισμός των νησιών του Aιγαίου δε σημειώθηκε ταυτόχρονα. H απόστασή τους από την πλησιέστερη στεριά, το μέγεθος, η γεωμορφολογία, το κλίμα και οι διαθέσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές συνιστούν παράγοντες που προσελκύουν ή αποτρέπουν την κατοίκηση των νησιών. Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα από τη Μήλο, η ανθρώπινη παρουσία σε Αιγαιακό νησί ανάγεται στην Ανώτερη Παλαιολιθική (11η χιλιετία π.Χ.) και συνδέεται με την εξόρυξη του οψιανού για την κατασκευή αιχμηρών εργαλείων.
Ίχνη μονιμότερης εγκατάστασης εντοπίζονται από τη Μεσολιθική εποχή (9000 – 6800 π.X.) στο σπήλαιο του Κύκλωπα στα Γιούρα βόρειων Σποράδων και στο Μαρουλά Κύθνου. H συστηματική κατοίκηση των νησιών σημειώνεται κατά την Αρχαιότερη Νεολιθική (6500 – 5800 π.Χ) στα Δωδεκάνησα, στα περισσότερα όμως νησιά πραγματοποιείται κατά τη Νεότερη (4800 – 4500 π.Χ.) ή την Τελική Νεολιθική (4500 – 3200 π.Χ.).
Ώθηση στον αποικισμό των νησιών έδωσαν η ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας και η αναζήτηση ανθεκτικών πρώτων υλών, όπως του οψιανού και των μετάλλων, η χρήση των οποίων σημάδεψε την οικονομία των αγροτικών κοινοτήτων του νεολιθικού Αιγαίου. Kατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία π.Χ.) αναπτύσσονται στις παράκτιες ζώνες των μεγάλων νησιών του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου πολυάνθρωποι, οχυρωμένοι οικισμοί με σαφή πολεοδομική διάταξη, κοινοτικά κτίσματα και άλλα κοινωφελή έργα, με εξειδίκευση και κατανομή εργασίας, οικονομική ευμάρεια και συσσώρευση πλούτου, οι οποίοι συνιστούν τα πρωιμότερα κέντρα με πρωτοαστικό χαρακτήρα στο Aιγαίο.
Στις Κυκλάδες, ιδρύονται κατά την Πρωτοκυκλαδική Ι και ΙΙ μικροί, παράκτιοι οικισμοί, ενώ στο εσωτερικό των μεγαλύτερων νησιών υπάρχουν και μικροί συνοικισμοί. Κατά τη μεταβατική φάση Λευκαντί Ι – Καστρί οι οικισμοί βρίσκονται σε απόκρημνους, παραθαλάσσιους λόφους ή σε ψηλές θέσεις, απομακρυσμένες από την ακτή. Aρκετοί απ’ αυτούς είναι οχυρωμένοι, γεγονός που συνδέεται με πιθανές πληθυσμιακές μετακινήσεις από τα νησιά του βόρειου Αιγαίου προς τις Κυκλάδες.
Στα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου εγκαταλείπεται το οικιστικό σχήμα των πολλών, μικρών, διάσπαρτων οικισμών και οι κάτοικοι των νησιών συγκεντρώνονται σε έναν ή δύο μεγαλύτερους και καλύτερα οργανωμένους οικισμούς, οι οποίοι κατά τη Μεσοκυκλαδική και την Υστεροκυκλαδική περίοδο θα εξελιχθούν σε μεγάλες, πυκνοδομημένες και οχυρωμένες πόλεις, με ιδιαίτερη οικονομική ανάπτυξη, οφειλόμενη στη συνεργασία με την οικονομική δύναμη του πρώτου μισού της 2ης χιλιετίας στο Αιγαίο, τη Μινωική Κρήτη.
Στα τέλη της Μεσοκυκλαδικής και τις αρχές τηςΥστεροκυκλαδικής περιόδου οι σημαντικότερες πόλεις των Κυκλάδων (Αγία Ειρήνη, Φυλακωπή, Ακρωτήρι) πλήττονται από φυσικές καταστροφές και, κατά την Υστεροκυκλαδική Ι, ανοικοδομούνται με εμφανή στοιχεία από τη Μινωική αρχιτεκτονική (τοιχοδομία, τοιχογραφίες). Μετά την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας το 1628 π.Χ. η Αγία Ειρήνη και η Φυλακωπή παραμένουν τα κυριότερα αστικά κέντρα των Κυκλάδων, έχοντας όμως δεχθεί επιδράσεις και από τη μυκηναϊκή Eλλάδα (οχυρώσεις, ιερά, μέγαρα).
Κατά την πρώιμη Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ η Μυκηναϊκή παρουσία στα νησιά είναι καταλυτική και αισθητή τόσο στους υπάρχοντες, όσο και σε νεοϊδρυόμενους οικισμούς, τόσο στην ερημωμένη Θήρα (Μονόλιθος) όσο και στα υπόλοιπα Κυκλαδονήσια. Kατά τη μέση Υστεροκυκλαδική περίοδο, επεκτείνονται οι υπάρχουσες οχυρώσεις, ενώ νέοι οικισμοί ιδρύονται σε φυσικά οχυρές θέσεις (Κουκουναριές, Άγιος Ανδρέας). Μετά από περίοδο ευημερίας (ύστερη Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ) οι ακμαίοι Κυκλαδικοί οικισμοί εγκαταλείπονται (Φυλακωπή, Κουκουναριές) ή παρακμάζουν (Αγία Ειρήνη) και βαθμιαία, ως το τέλος του 10ου αιώνα, εξαφανίζονται.
Στα τέλη της Ύστερης Χαλκοκρατίας η Μυκηναϊκή παρουσία είναι αισθητή εκτός από τις Κυκλάδες και σε νησιά του ανατολικού (Χίος) και του νότιου Αιγαίου (Kως, Ρόδος). Μετά μάλιστα την κατάρρευση των μεγάλων Μυκηναϊκών κέντρων (περίπου 1200 π.X.) σημειώνονται μετακινήσεις πληθυσμών από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα προς τα νησιά αυτά, που επιφέρουν πληθυσμιακή αύξηση και ευνοούν την οικονομική τους ανάπτυξη (Ιαλυσός Ρόδου).
Πολεοδομική Οργάνωση
Η αρχιτεκτονική μορφή και πολεοδομική εξέλιξη των νησιωτικών οικισμών κατά την εποχή του Χαλκού εξαρτάται από τη γεωμορφολογία της περιοχής, τον αριθμό των κατοίκων, το βαθμό της οικονομικής ανάπτυξης, την κοινωνική και τη διοικητική δομή της κοινότητας. Τέσσερα είναι τα πολεοδομικά σχήματα που αναγνωρίζονται στα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των μέχρι στιγμής ερευνημένων οικισμών: το ακανόνιστο ή προσθετικό, το ακτινωτό ή περικεντρικό, το ορθογωνικό και το γραμμικό.
Oι περισσότεροι οικισμοί παρουσιάζουν ακανόνιστη ή προσθετική διάταξη, η οποία είναι αποτέλεσμα της γεωμορφολογίας της περιοχής και της σταδιακής πληθυσμιακής αύξησης. Tα σπίτια είναι ορθογώνια, τραπεζιόσχημα ή και καμπυλόγραμμα και σχηματίζουν πυκνές συστάδες ή οικοδομικές νησίδες ακανόνιστης μορφής, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με δρόμους, στενά μονοπάτια και πλατείες. Tέτοια διάταξη παρουσιάζουν οικισμοί της Πρώιμης Χαλκοκρατίας στο Eμποριό Χίου, το Παλαμάρι Σκύρου, το Καστρί Σύρου, τον Πάνορμο Nάξου, καθώς και οικισμοί της Μεσοκυκλαδικής και Υστεροκυκλαδικής περιόδου, όπως στην Αγία Ειρήνη Κέας.
Ακτινωτή διάταξη μεμονωμένων κτισμάτων ή ομάδων κτηρίων του ίδιου τύπου είναι γνωστή μόνο από τα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου, καθώς και από οικισμούς της δυτικής Μικράς Ασίας (π.χ. Tροία I, Besik-Tepe, Demircihuyuk). Στις φάσεις Ι – IIIΒ της Θερμής Λέσβου διακρίνονται κτιριακές ομάδες πανομοιότυπων στενόμακρων ορθογώνιων κτισμάτων, οι οποίες παρατάσσονται ακτινωτά γύρω από ένα δομημένο κέντρο. Στο Ηραίο Σάμου και πιθανότατα και στον Ασώματο Ρόδου σημειώνεται ακτινωτή διάταξη ανεξάρτητων, μεγαρόσχημων κτισμάτων.
Tα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των φάσεων IVA και IVB της Θερμής Λέσβου αποτελούν μοναδικό δείγμα του «ορθογωνικού» πολεοδομικού συστήματος, που απαντά για πρώτη φορά στην αρχιτεκτονική του προϊστορικού Αιγαίου, για να αποκτήσει την εξιδανικευμένη του μορφή κατά την ιστορική εποχή στο ιπποδάμειο σύστημα. Περιλαμβάνει μεγάλα, ισομεγέθη οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία διαχωρίζονται από παράλληλους, πλατείς δρόμους.
Στην Πολιόχνη Λήμνου (Kυανή – Kίτρινη) και τη φάση V της Θερμής Λέσβου αναγνωρίζονται τα πρωιμότερα δείγματα του «γραμμικού» πολεοδομικού συστήματος, το οποίο εφαρμόζεται αργότερα στους Υστεροκυκλαδικούς οικισμούς της Φυλακωπής Μήλου και του Ακρωτηριού Θήρας. Κτήρια και οικοδομικές νησίδες παρατάσσονται στις πλευρές ενός ή δύο κύριων δρόμων, που διασχίζουν τον οικισμό σε όλο σχεδόν το μήκος του. Στις κεντρικές οδικές αρτηρίες συγκεντρώνονται κοινοτικά κτήρια, όπως η Σιταποθήκη και το Βουλευτήριο της Πολιόχνης ή το Μυκηναϊκό ιερό στη Φυλακωπή.
Η ύπαρξη πολεοδομικού σχεδιασμού χαρακτηρίζει κυρίως τους νησιωτικούς οικισμούς του βόρειου Αιγαίου κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (Πολιόχνη, Θερμή, Ηραίο) και τους οικισμούς της Υστεροκυκλαδικής περιόδου (Αγία Ειρήνη, Φυλακωπή, Ακρωτήρι) και επιτρέπει το χαρακτηρισμό τους ως πρωτοαστικά ή αστικά κέντρα. Βασικές προϋποθέσεις για αυτόν το χαρακτηρισμό είναι η έκταση, η πολεοδομική διάταξη, η οχύρωση και τα κοινοτικά κτίσματα, τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά και τεχνολογικά χαρακτηριστικά και η ύπαρξη πλακόστρωτων δρόμων και ακάλυπτων χώρων για την εξυπηρέτηση κοινόχρηστων λειτουργιών.
Εκτός από τα παραπάνω, απαραίτητα είναι και στοιχεία της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του οικισμού, όπως η εξειδίκευση εργασίας, η ύπαρξη εργαστηρίων (π.χ. κεραμικής, μεταλλοτεχνίας), ο έλεγχος παραγωγής, η άσκηση εμπορίου, η χρήση σφραγίδων, η συσσώρευση πλούτου (κοσμήματα, χρυσά αγγεία) και η παρουσία οργανωμένων νεκροταφείων.
Περίβολοι και Τείχη
Από τις αρχές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (3η χιλιετία π.Χ.) οι οικονομικά ισχυροί οικισμοί του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου οριοθετούνται, από την πλευρά κυρίως της στεριάς, με λίθινους περιβόλους, που έχουν χαρακτήρα αναλημματικό, αντιπλημμυρικό και οχυρωματικό. Μνημειακός περίβολος από ακατέργαστες πέτρες και ορθογώνιους ή πολυγωνικούς δόμους, που σώζεται σε ύψος μέχρι 4,5 μέτρα, κατασκευάστηκε στην Πολιόχνη Λήμνου (Κυανή φάση), προκειμένου να προστατευθούν τα κτήρια από τις πλημμύρες του παρακείμενου χειμάρρου και οι πλαγιές του λόφου από τη διάβρωση.
Ο περίβολος επεκτείνεται διαρκώς και περιλαμβάνει πύλες προσιτές με επικλινείς ράμπες, όμοιες με της Τροίας και του Κάστρου Ίμβρου, και ενισχυμένες με ορθογώνιους ή τραπεζιόσχημους πύργους. Όμοιοι πύργοι ενισχύουν και τα τείχη της Τροίας (Ι – ΙΙ) και της Θερμής Λέσβου (III B). Στις φάσεις IV – V η Θερμή ενισχύεται με σύνθετο αμυντικό σύστημα, που περιλαμβάνει εσωτερικό τείχος (πάχους 2 μέτρων) και προτείχισμα αποτελούμενο από δύο λίθινους περιβόλους.
Εγκάρσια τοιχάρια συνδέουν το εσωτερικό τείχος με τον πρώτο περίβολο, σχηματίζοντας μικρά δωμάτια κατάλληλα για κατοίκηση και αποθήκευση, ενώ δύο πύλες με προεξέχοντες πύργους εξυπηρετούν την είσοδο προς τον οικισμό. Προτείχισμα, τάφρο (πλάτους 4,85 μέτρων και βάθους τουλάχιστον 2) και εσωτερικό τείχος με επιβλητικούς πεταλόσχημους προμαχώνες, όμοιους με του Liman Tepe, διαθέτει, τέλος, ο οικισμός στο Παλαμάρι Σκύρου κατά το δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας.
Στις Κυκλάδες εμφανίζονται οχυρωματικά συστήματα, όμοια με της Θερμής IV – V, του Liman Tepe και του Παλαμαριού κατά τη φάση Λευκαντί Ι – Καστρί στο Καστρί Σύρου, τον Κύνθο Δήλου, τον Πάνορμο Νάξου και τη Μαρκιανή Αμοργού. Οι οχυρώσεις αυτές είναι παρεμφερείς και με τις οχυρώσεις πρωτοαστικών κέντρων της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως της Λέρνας Αργολίδας (φάση III C) και της Κολώνας Αίγινας (φάση V). Μεμονωμένα δείγματα οχυρώσεων είναι γνωστά και από την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ (Μαρκιανή).
Οχυρώσεις της Μεσοκυκλαδικής περιόδου υπάρχουν πιθανότατα στη Φυλακωπή Μήλου (φάση ΙΙ) και στο Βρυόκαστρο Τήνου, ενώ η Αγία Ειρήνη Κέας οχυρώνεται από τη φάση IV με λιθόκτιστο τείχος και ημικυκλικούς προμαχώνες. Κατά την Υστεροκυκλαδική περίοδο, την περίοδο επέκτασης της μυκηναϊκής δύναμης στις Κυκλάδες, μεγάλες παράλιες πόλεις καθώς και φυσικά οχυρές θέσεις παρουσιάζουν πολύπλοκα αμυντικά συστήματα.
Η Φυκακωπή διαθέτει σύστημα δύο παράλληλων τοίχων (πάχους 2 μέτρων), που συνδέονται όπως και της Θερμής V με εγκάρσια τοιχάρια, και ενισχύεται με προμαχώνες, μια προστατευμένη πύλη και προτείχισμα. Το Μεσοκυκλαδικό τείχος της Αγίας Ειρήνης επεκτείνεται και ενισχύεται με τετράγωνους και ορθογώνιους πύργους, ένας από τους οποίους προστάτευε την είσοδο της πόλης. Στις Κουκουναριές Πάρου το τείχος διαμορφώνεται από δύο παράλληλους τοίχους με γέμισμα από πέτρες και χώμα.
Τέλος, η στρατηγική θέση στον Άγιο Ανδρέα Σίφνου διασώζει ισχυρό διπλό τείχος (με πάχος 2,4 – 4,1 μέτρα), κτισμένο τον 13ο αιώνα π.Χ. με ογκόλιθους, κατά το Μυκηναϊκό κυκλώπειο σύστημα, και ενισχυμένο με οκτώ μικρούς τετράγωνους πύργους (2 x 2,9 μέτρα) και ένα μεγαλύτερο τραπεζιόσχημο (9 x 8,4 μέτρα). Οι πύργοι διαθέτουν και κλίμακα που οδηγεί στις επάλξεις. Σε μεταγενέστερη φάση ενισχύεται με εξωτερικό οδοντωτό τείχος πάχους 1,3 – 1,6 μέτρων.
Οικιστική Αρχιτεκτονική
Η οικιστική αρχιτεκτονική των νησιών του Αιγαίου κατά την εποχή του Χαλκού χαρακτηρίζεται από πυκνοκτισμένα, λιθόκτιστα κατά κανόνα κτίσματα, με ορθογώνια, τραπεζιόσχημη και σπανιότερα καμπυλόγραμμη μορφή. Είναι κυρίως ισόγεια, και σπανιότερα διώροφα (Σκάρκος Ίου) ή τριώροφα (Ακρωτήρι Θήρας). Κτίζονται είτε σε επαφή μεταξύ τους (π.χ. Θερμή Λέσβου, Φυλακωπή Μήλου) είτε ανεξάρτητα στο χώρο (π.χ. Ηραίο Σάμου) με κοινούς ενδιάμεσους ή και χωριστούς τοίχους (Σκάρκος). Η εσωτερική διαρρύθμιση των κτηρίων διαφέρει κατά περιοχές και εποχές.
Το πάχος των τοίχων εξαρτάται από το μέγεθος του εκάστοτε οικοδομήματος και από την ύπαρξη ή μη ορόφου, και κυμαίνεται από 40 έως 90 εκατοστά. Tο ύψος της θεμελίωσης φθάνει από 50 εκατοστά έως 1,5 μέτρο, ενώ ο τρόπος διάταξης των λίθων ποικίλλει. Μεγάλες και μικρές πέτρες διατάσσονται σε στρώσεις με λάσπη (υγρός πηλός) ή χωρίς συνδετικό υλικό (ξερολιθιά). Oι μεγάλες πέτρες τοποθετούνται κατά κανόνα εξωτερικά, ώστε τα μέτωπα των τοίχων να είναι ανθεκτικά.
Οι πέτρες χρησιμοποιούνται συνήθως στη φυσική τους μορφή, χωρίς περαιτέρω επεξεργασία. Σε νησιά όπου αφθονούν ο μαλακός ασβεστόλιθος και ηφαιστειακά πετρώματα (Λήμνος, Λέσβος, Mήλος, Ίος, Σαντορίνη) το οικοδομικό υλικό λατομείται, ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία (Πολιόχνη Λήμνου), και χρησιμοποιείται με τη μορφή ορθογώνιων δόμων και πλακών για την κατασκευή οικιών, οχυρώσεων, δημοσίων κτηρίων, για την πλακόστρωση αυλών, δρόμων και πλατειών, και την επένδυση πηγαδιών (Πολιόχνη) και αποχετευτικών αγωγών (Πολιόχνη, Παλαμάρι Σκύρου, Αγία Ειρήνη Κέας).
Ορθογωνισμένοι λίθοι χρησιμοποιούνται στις γωνιές των σπιτιών από την Πρώιμη κιόλας Χαλκοκρατία, ενώ κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία, στις προσόψεις κτηρίων στο Ακρωτήρι Θήρας, των λεγόμενων Ξεστών, κυριαρχούν μεγάλοι λαξευμένοι δόμοι, ακολουθώντας Μινωικά αρχιτεκτονικά πρότυπα. Tέλος, στην κατασκευή των οχυρώσεων της Υστεροκυκλαδικής περιόδου (Αγία Eιρήνη, Άγιος Ανδρέας Σίφνου, Φυλακωπή Mήλου) εφαρμόζεται η γνωστή από τις Μυκηναϊκές ακροπόλεις κυκλώπεια τεχνική, η οποία συνίσταται στη χρήση ογκολίθων.
O πηλός και το ξύλο χρησιμοποιούνται, λόγω της περιορισμένης τους παρουσίας στα νησιά (Λήμνος, Κυκλάδες) κυρίως στην κατασκευή της στέγης και λιγότερο στην ανωδομή των τοίχων (πλίνθοι, δοκάρια τοίχων, κάσες θυρών και παραθύρων). Για τη στέγαση των σπιτιών χρησιμοποιούνται σε διαδοχική διάταξη κορμοί δένδρων, καλάμια, άχυρα ή φύκια (μόνωση) και μάζες πηλού.
Tα δάπεδα των σπιτιών στρώνονται με πηλό ή βοτσαλάκια, ενώ με μεγαλύτερες πέτρες και πλάκες στρώνονται τα ανοιχτά ή κλειστά δωμάτια που προτάσσονται στον κεντρικό χώρο του σπιτιού, καθώς επίσης και οι ανοιχτοί κοινόχρηστοι χώροι (αυλές). Στην εσωτερική διαμόρφωση των χώρων συντελούν εστίες, φούρνοι, λιθόκτιστα θρανία, αποθηκευτικές κατασκευές (βόθροι, λίθινες ή πήλινες θήκες σε γωνίες δωματίων) και διαχωριστικά παραπετάσματα από λίθο, πηλό ή καλάμια, ορίζοντας τις διάφορες λειτουργικές ζώνες του κάθε νοικοκυριού (προετοιμασία τροφής, μαγείρεμα, ύπνος, αποθήκευση κ.λπ.).
Η Κατοίκηση στην Πρώιμη Χαλκοκρατία
H θέση των οικισμών στο Αιγαίο καθορίζεται από το μέγεθος, τη γεωμορφολογία και την ακτογραμμή των νησιών, από το κλίμα (ένταση ανέμων) και τις διαθέσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Καθοριστικό όμως ρόλο στη ζωή και την οικονομία των νησιωτών του Προϊστορικού Αιγαίου έπαιξε η θάλασσα, που ώθησε στην ανάπτυξη της ναυτιλίας και του θαλάσσιου εμπορίου.
Στα μεγάλα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου αναπτύσσονται από το 3000 – 2300 / 2200 π.Χ. πολυάνθρωποι, οχυρωμένοι οικισμοί με πρωτοαστικό χαρακτήρα, οι οποίοι βρίσκονται σε πεδινές (Θερμή Λέσβου, Μικρό Βουνί Σαμοθράκης) ή βραχώδεις χερσονήσους (Πολιόχνη Λήμνου, Παλαμάρι Σκύρου), αποτελούν ασφαλή αγκυροβόλια και εκμεταλλεύονται τις παράκτιες, εύφορες πεδιάδες. Oι οικισμοί αυτοί έχουν σήμερα τη μορφή λόφου (τούμπας), ύψους 4 – 15 μέτρων, που δημιουργήθηκε από τις αλλεπάλληλες αρχιτεκτονικές φάσεις.
Η έκτασή τους κυμαίνεται από 10 έως 16 στρέμματα (1 στρέμμα = 1000 τετραγωνικά μέτρα) και ο πληθυσμός τους από 300 έως 1500 άτομα. Εκτός από τους πλούσιους παράκτιους οικισμούς, στην εύφορη ενδοχώρα των νησιών (π.χ. Λήμνος) σημειώνονται και μικρότερες εγκαταστάσεις, όπως συνοικισμοί λίγων οικογενειών αλλά και μεμονωμένες αγροικίες. Από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. κάποιοι από τους σημαντικότερους νησιωτικούς οικισμούς εγκαταλείπονται λόγω του οικονομικού ανταγωνισμού στην περιοχή (Θερμή) ή λόγω φυσικών καταστροφών (σεισμός στην Πολιόχνη).
Oι κάτοικοί τους μεταναστεύουν σε άλλες περιοχές των νησιών ή σε άλλα, ακόμη και απομακρυσμένα νησιά (Κυκλάδες). Στα τέλη της Πρώιμης Χαλκοκρατίας απομένουν λίγοι εύρωστοι οικισμοί στο βόρειο Αιγαίο (Κουκονήσι Λήμνου, Μικρό Βουνί Σαμοθράκης), οι οποίοι θα γνωρίσουν ιδιαίτερη οικονομική ακμή κατά τη Μέση Χαλκοκρατία. Στις Κυκλάδες, ιδρύονται κατά την Πρωτοκυκλαδική Ι και ΙΙ μικροί οικισμοί, κυρίως σε χαμηλές τοποθεσίες της παράκτιας ζώνης, ενώ στο εσωτερικό των μεγαλύτερων νησιών (Νάξος) υπάρχουν και μικροί συνοικισμοί.
Κατά τη μεταβατική φάση Λευκαντί Ι – Καστρί οι οικισμοί βρίσκονται σε απόκρημνους, παραθαλάσσιους λόφους (Καστρί Σύρου, Πάνορμος Νάξου) ή σε ψηλές θέσεις, απομακρυσμένες από την ακτή (σπήλαιο Zα Νάξου, Κύνθος Δήλου). Αρκετοί απ’ αυτούς είναι οχυρωμένοι (π.χ. Καστρί, Πάνορμος), στοιχείο που συνδέεται με πιθανές, ευρύτερες πληθυσμιακές μετακινήσεις από τα νησιά του βόρειου Αιγαίου προς τις Κυκλάδες. Άλλοι πάλι, που ακμάζουν από τις αρχές της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ (πολιτισμός Κέρου – Σύρου), όπως η Αγία Ειρήνη Κέας, το Ακρωτήρι Θήρας ή ο Σκάρκος Ίου, πιθανότατα παραμένουν ανοχύρωτοι.
Η έκταση των Πρωτοκυκλαδικών οικισμών κυμαίνεται από 2 έως 11 στρέμματα, ενώ, με βάση τα νεκροταφεία που βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από αυτούς, ο ελάχιστος αριθμός των κατοίκων μιας κοινότητας υπολογίζεται στους 50. Στα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου εγκαταλείπεται το οικιστικό σχήμα των πολλών, μικρών, διάσπαρτων οικισμών και οι κάτοικοι των νησιών συγκεντρώνονται σε έναν ή δύο μεγαλύτερους και καλύτερα οργανωμένους οικισμούς (Φυλακωπή I Mήλου, Παροικιά Πάρου), οι οποίοι κατά τη Μεσοκυκλαδική και Υστεροκυκλαδική εποχή θα εξελιχθούν σε σημαντικά πρωτοαστικά κέντρα.
Η Κατοίκηση στη Μέση Χαλκοκρατία
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αρχαιολογικά δεδομένα φαίνεται πως κατά τη Μέση Χαλκοκρατία σημειώνονται αλλαγές στο οικιστικό σχήμα των νησιών του Αιγαίου, ορατές στη μείωση του αριθμού των οικισμών και στη συγκέντρωση σε αυτούς μεγαλύτερου αριθμού κατοίκων. Οι αλλαγές αυτές είναι αποτέλεσμα των οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στο Αιγαίο κατά τα τέλη της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, καθώς και των νέων, που σηματοδοτούνται από την έντονη μινωική παρουσία στο διαμετακομιστικό εμπόριο του Αιγαίου κατά τη Μέση Χαλκοκρατία.
Στις Κυκλάδες αναπτύσσονται μεγάλες, πυκνοδομημένες και οχυρωμένες πόλεις, στις οποίες, για περισσότερη ασφάλεια, στεγάζεται το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού κάθε νησιού. Η Φυλακωπή ΙΙ απλώνεται σε έκταση 18 στρεμμάτων και περιλαμβάνει οικοδομικά συγκροτήματα μικρών σπιτιών, κτισμένων από αδρές ή λαξευμένες πέτρες. Διαθέτει δρόμους, πλάτους 1,5 μέτρου, προσανατολισμένους στα σημεία του ορίζοντα, σκαλοπάτια για τη μετάβαση από τα χαμηλότερα στα ψηλότερα επίπεδα του οικισμού και πιθανότατα τείχος, κατά μήκος του αυχένα της χερσονήσου.
Η Αγία Ειρήνη Κέας (φάσεις IV – V) περιλαμβάνει λιθόκτιστο τείχος ενισχυμένο με ημικυκλικούς πύργους, ενώ στο εσωτερικό της ξεχωρίζει ένα οικοδόμημα, το ιερό της κοινότητας. Στο βόρειο Αιγαίο κατοικούνται λίγοι μόνον οικισμοί της Πρώιμης Χαλκοκρατίας με πρωτοαστικά χαρακτηριστικά, όπως το Μικρό Βουνί Σαμοθράκης και το Κουκονήσι Λήμνου. Είναι οχυρωμένοι με λιθόκτιστο τείχος και διατηρούν ως βασική κτιριακή μονάδα το ορθογώνιο στενόμακρο οικοδόμημα με μικρό κλειστό προθάλαμο και μεγάλο κυρίως δωμάτιο (μεγαρόσχημο).
Πυκνή δόμηση σε οικοδομικά τετράγωνα όμοια με της Θερμής IV, οδικό δίκτυο παράλληλων δρόμων (τουλάχιστον δύο) που διατρέχουν τον οικισμό από βορρά προς νότον και τέμνονται κάθετα από άλλους μικρότερους, μικρές κοινόχρηστες πλατείες και πηγάδια στο Κουκονήσι, πιστοποιούν την αρχιτεκτονική συνέχεια από την Πρώιμη Χαλκοκρατία στα βαλλόμενα από συχνούς σεισμούς νησιά του βόρειου Αιγαίου.
Η Κατοίκηση στην Υστεροκυκλαδική Περίοδο
Κατά την αρχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας τα νησιά του Αιγαίου είχαν αποκτήσει μεγάλη σημασία για την οικονομία λόγω της διακίνησης αγαθών στα λιμάνια και της ίδρυσης Μινωικών και Μυκηναϊκών εμπορικών σταθμών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν τα νησιά πόλος έλξης νέων πληθυσμών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε παλαιότερες θέσεις ή ίδρυσαν νέους οικισμούς. Όπως και κατά τις προηγούμενες περιόδους οι προτιμώμενες θέσεις κατοίκησης ήταν οι λίγες και στενές πεδιάδες, αλλά κυρίως τα ασφαλή λιμάνια που διευκόλυναν τις θαλάσσιες επικοινωνίες.
Την πληρέστερη εικόνα για τη ζωή σε έναν οικισμό της πρώιμης Υστεροχαλκής εποχής στις Κυκλάδες προσφέρει το Ακρωτήρι στη Θήρας, ένας εκτεταμένος οικισμός, ο οποίος καταστράφηκε από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας κατά την Υστεροκυκλαδική Ι Α περίοδο. Τα οικοδομικά λείψανα του οικισμού αυτού, που αποκαλύπτονται μέσα από τα στρώματα της ηφαιστειακής λάβας, είναι τόσο καλά διατηρημένα, ώστε να μας δίνουν μια μοναδική εικόνα της ζωής στον οικισμό.
Η Θηραϊκή αρχιτεκτονική μπορεί να θεωρηθεί Μινωική, επειδή εκεί διαπιστώνονται Μινωικά στοιχεία, όπως η λαξευτή τοιχοδομία, οι ξυλοδεσιές, τα πολύθυρα και οι δεξαμενές καθαρμών. Στη Θήρα -στις θέσεις Μπάλος, Φτέλλος- και στη Θηρασία έχουν εντοπιστεί και μικρές ανεξάρτητες αγροτικές εγκαταστάσεις. Τα γνωστότερα και καλύτερα διατηρημένα αστικά κέντρα των Κυκλάδων κατά τις ώριμες περιόδους της Υστεροκυκλαδικής εποχής είναι δύο οικισμοί που είχαν ιδρυθεί από τη Μέση Χαλκοκρατία, ο οικισμός της Αγίας Ειρήνης στην Κέα και ο οικισμός της Φυλακωπής στη Μήλο.
Οι οικισμοί αυτοί παρουσιάζουν ένα ενιαίο και άριστα οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο και υπόγειες εγκαταστάσεις αποχέτευσης. Σημαντικά επίσης στοιχεία για την οικιστική της Ύστερης Χαλκοκρατίας προέρχονται από τους οικισμούς της Δήλου και της Γρόττας στη Νάξο. Η Θήρα επανακατοικήθηκε αυτή την περίοδο στη θέση Μονόλιθος. Οι Κυκλαδικοί οικισμοί αυτής της περιόδου έχουν δεχθεί πολλά Μυκηναϊκά στοιχεία, πράγμα που φαίνεται και από την ίδρυση Μυκηναϊκών ιερών στην Αγία Ειρήνη και τη Φυλακωπή.
Η Μυκηναϊκή παρουσία στο βορειοανατολικό Αιγαίο μαρτυρείται από σποραδικά ευρήματα κεραμικής, ειδωλίων και από ισχνά οικοδομικά λείψανα. Από τα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. η εξέλιξη των νησιωτικών οικισμών είναι κοινή με αυτή της ηπειρωτικής Ελλάδας. Κάτω προφανώς από τις ίδιες συνθήκες ανασφάλειας τα οχυρωματικά έργα των οικισμών ενισχύθηκαν, ενώ οι νέοι οικισμοί ιδρύθηκαν σε φυσικά οχυρωμένες και απρόσιτες θέσεις, όπως δείχνουν οι εγκαταστάσεις στις Κουκουναριές της Πάρου και τον Άγιο Ανδρέα στη Σίφνο.
Γύρω στο 1200 π.Χ. σημειώνεται στους νησιωτικούς οικισμούς μια αλυσίδα καταστροφών που είναι χρονικά παράλληλες με τις καταστροφές των Μυκηναϊκών ακροπόλεων. Γύρω στις αρχές του 11ου αιώνα π.Χ. ορισμένοι οικισμοί (Φυλακωπή, Κουκουναριές) εγκαταλείπονται, ενώ σε άλλους παρατηρούνται έντονα φαινόμενα παρακμής. Η οικιστική εξέλιξη κατά το διάστημα από την Υπομυκηναϊκή μέχρι την Πρωτογεωμετρική περίοδο είναι αρκετά σκοτεινή αλλά κάποιες στρωματογραφικές ενδείξεις από τον οικισμό της Γρόττας υποδεικνύουν ότι η κατοίκηση δεν διακόπηκε.
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Τα αρχαιολογικά ευρήματα από επιφανειακές επισκοπήσεις και από ανασκαφές οικισμών και νεκροταφείων αποτελούν πολύτιμες και μοναδικές πηγές στην προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της οικονομικής οργάνωσης και της κοινωνικής σύνθεσης των νησιωτικών κοινοτήτων του Αιγαίου κατά την εποχή του Χαλκού. Κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία αναπτύσσονται στα μεγάλα νησιά του βόρειου και του ανατολικού Αιγαίου ένας ή περισσότεροι μεγάλοι οικισμοί με πρωτοαστικό χαρακτήρα και πληθυσμό 300 – 1500 ατόμων. Αντίθετα, στις Κυκλάδες υπάρχουν πολλοί μικροί οικισμοί λίγων οικογενειών, με ελάχιστο πληθυσμό 50 ατόμων.
Από τη Μέση Χαλκοκρατία σημειώνεται, κυρίως στις Κυκλάδες, συγκέντρωση του διεσπαρμένου πληθυσμού σε έναν ή δύο σε κάθε νησί μεγαλύτερους και καλύτερα οργανωμένους οικισμούς, οι οποίοι κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία εξελίσσονται σε πολυάνθρωπα αστικά κέντρα. Μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών κέντρων (περίπου 1200 π.Χ.) σημειώνονται μεταναστεύσεις πληθυσμών από την ηπειρωτική Ελλάδα προς τα νησιά του κεντρικού και του νότιου Αιγαίου, που επιφέρουν, με την αύξηση του πληθυσμού και την ίδρυση νέων οικισμών, αλλαγές στα δημογραφικά δεδομένα.
Η κοινωνική σύνθεση των νησιωτικών κοινοτήτων είναι άρρηκτα συνδεμένη με τις προσφερόμενες σε κάθε νησί δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης, την τεχνολογική εξειδίκευση, τη ναυτιλία και το εμπόριο, τη συσσώρευση πλούτου και τον τρόπο κατανομής του στην κάθε κοινότητα, καθώς και με την ένταση των εξωτερικών πολιτιστικών επιδράσεων στις διάφορες χρονικές περιόδους. Σαφείς ενδείξεις κοινωνικής διαστρωμάτωσης καταγράφονται ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία, κατά την οποία διακρίνεται μια πολιτική-διοικητική αρχή και η εύπορη τάξη των εξειδικευμένων τεχνιτών και των εμπόρων.
Από τη Μέση Χαλκοκρατία διαμορφώνεται μια νέα κοινωνική – οικονομική δύναμη, οι ναυτικοί, που συμμετέχουν στο διαμετακομιστικό εμπόριο αρχικά με τους Μινωίτες, και κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία με τους Μυκηναίους εμπόρους. Σεβασμό στην αξία της ανθρώπινης ζωής, πίστη στη μεταθανάτια πορεία του ανθρώπου, ακόμη και φόβο προς τους νεκρούς αντανακλούν τα ταφικά έθιμα της εποχής.
Οργανωμένα νεκροταφεία κιβωτιόσχημων, κατά την Πρώιμη και τη Μέση, και λαξευτών θαλαμοειδών τάφων κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία, ταφικές τελετουργίες, καθώς και ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την κοινωνική θέση του θανόντος κτερίσματα, εκφράζουν τον ψυχισμό και τη σημειολογία των ελεύθερων, δυναμικών και ευέλικτων νησιωτών του Αιγαίου.
Κοινωνική Διαστρωμάτωση
Στοιχεία ενδεικτικά για τη σύνθεση των νησιωτικών κοινοτήτων της εποχής του Χαλκού αντλούνται τόσο από την οικιστική και ταφική αρχιτεκτονική, όσο και από τα κινητά ευρήματα και, ιδιαίτερα από τον τρόπο που αυτά κατανέμονται στους οικισμούς και τα νεκροταφεία. Στα πρωτοαστικά κέντρα του βόρειου Αιγαίου είναι εμφανής από την Πρώιμη Χαλκοκρατία η ύπαρξη μιας πολιτικής – διοικητικής εξουσίας, που συντονίζει τα κοινοτικά έργα (οχυρώσεις, κοινοτικές αποθήκες, «Βουλευτήριο») και φροντίζει την τήρηση των άγραφων νόμων για την ομαλή λειτουργία της κοινότητας, καθώς και μιας εύπορης τάξης εμπόρων – τεχνιτών (μεταλλουργών).
Οι σφραγίδες, δηλωτικές του ελέγχου διακίνησης αγαθών, τα σπάνια εισαγμένα τεχνουργήματα από το Αιγαίο και τη Μικρά Ασία, τα πολύτιμα για την εποχή μπρούντζινα εργαλεία ή όπλα (Θερμή, Πολιόχνη) και τα σπάνιας τέχνης κοσμήματα (Πολιόχνη) αποτελούν «αγαθά κύρους» ή αντικείμενα «κοινωνικού γοήτρου» και πιστοποιούν την οικονομική και κοινωνική ιδιαιτερότητα των κατόχων τους. Η ύπαρξη φτωχών και πλούσιων στις Κυκλάδες διαφαίνεται από την ποιότητα των κτερισμάτων στους Πρωτοκυκλαδικούς τάφους.
Τάφοι με διαδήματα, περιδέραια, βραχιόλια και αγγεία (φιάλη, κουταλάκι) από ασήμι και άλλα υλικά συνυπάρχουν σε νεκροταφεία με τάφους που συνοδεύονται π.χ. από ένα μόνο μαρμάρινο ειδώλιο. Ανομοιόμορφη κατανομή πλούτου και κατ’ επέκταση και κοινωνική πολυμορφία χαρακτηρίζει και τα πρωτοαστικά κέντρα της Μέσης Χαλκοκρατίας, όπως φαίνεται από τις σφραγίδες και τα τεχνουργήματα μινωικής, Νοτιοελλαδικής και μικρασιατικής προέλευσης από το Μικρό Βουνί Σαμοθράκης, το Κουκονήσι Λήμνου, την Αγία Ειρήνη Κέας, τη Φυλακωπή Μήλου και το Ακρωτήρι Θήρας.
Στην πόλη του Ακρωτηριού αποκαλύπτονται κάτω από την ηφαιστειακή λάβα στοιχεία της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της Υστεροκυκλαδικής Ι: τα πλούσια σπίτια των εμπόρων -μνημεία της αιγαιοπελαγίτικης αρχιτεκτονικής- οι χώροι λατρείας (δεξαμενή καθαρμών), και ο τοιχογραφικός τους διάκοσμος στον οποίο απεικονίζονται τύποι της Υστεροκυκλαδικής κοινωνίας στο φυσικό τους περιβάλλον, σε καθημερινές και αθλητικές ασχολίες, σε θρησκευτικές τελετουργίες και σε ειρηνικές ή πολεμικές επιχειρήσεις (Μικρογραφική τοιχογραφία).
Από την Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο σημειώνονται διαφοροποιήσεις στην οργανωτική-διοικητική εξουσία, αλλά και στην άσκηση της λατρείας και των ταφικών εθίμων, που παραπέμπουν στο κοινωνικοπολιτικό σχήμα της Μυκηναϊκής Ελλάδας, με το οποίο έρχονται σε επαφή τα νησιά κατά την περίοδο αυτή. Τα μέγαρα και τα ιερά της Αγίας Ειρήνης και της Φυλακωπής, τα λατρευτικά ειδώλια, οι πλούσια κτερισμένοι λαξευτοί τάφοι ντόπιων ή Μυκηναίων ηγεμόνων στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα αποκαλύπτουν τη σύνθεση των κοινοτήτων της Ύστερης Χαλκοκρατίας.
Ταφικά Έθιμα
Τα ταφικά έθιμα της εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο διαφέρουν κατά περιοχές και χρονικές περιόδους και παρέχουν σημαντικότατα στοιχεία για τη δημογραφία, την κοινωνική σύνθεση και τις πεποιθήσεις των Προϊστορικών νησιωτών για τη μεταθανάτια ζωή. Κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία στις Κυκλάδες χρησιμοποιούνται νεκροταφεία με μικρούς κιβωτιόσχημους και θαλαμοειδείς τάφους, οργανωμένους σε συστάδες που δέχονται ενταφιασμούς διαφορετικών οικογενειών. Η θέση των τάφων δηλώνεται με λιθόκτιστο σήμα (εξέδρα), ενώ σε κάποια νεκροταφεία (Άγιοι Ανάργυροι Νάξου) υπάρχουν ενδείξεις για την τέλεση νεκρικών τελετουργιών.
Οι νεκροί ενταφιάζονται σε συνεσταλμένη στάση μαζί με τα σημαντικότερα προσωπικά τους αντικείμενα (κοσμήματα, ειδώλια, όπλα κ.ά.), που τους συντροφεύουν στη μεταθανάτια ζωή. Στα νησιά του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου σημειώνονται μεμονωμένες ταφές βρεφών και παιδιών μέσα στα όρια του οικισμού, σε αγγεία ή σε απλούς λάκκους, που σκάβονται για το σκοπό αυτό κάτω από τα δάπεδα των σπιτιών (Πολιόχνη, Θερμή, Ηραίο).
Οι ταφές ενηλίκων πραγματοποιούνταν προφανώς έξω από τα όρια του οικισμού, σε νεκροταφεία που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί, και περιλάμβαναν ταφές πιθανότατα μέσα σε απλούς λάκκους ή σε πιθάρια. Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία στις Κυκλάδες συνεχίζεται η χρήση νεκροταφείων έξω από τα όρια των μεγάλων οικιστικών κέντρων. Συνηθίζονται οι απλοί ή κτιστοί κιβωτιόσχημοι τάφοι, οι θαλαμοειδείς και οι πιθοταφές. Η σήμανση των τάφων με λιθόκτιστες εξέδρες επιβιώνει και κατά την περίοδο αυτή.
Αξιοσημείωτη είναι η ανεύρεση κιβωτιόσχημου τάφου και τελετουργικής εξέδρας μέσα σε οίκημα της Αγίας Ειρήνης Κέας. Τα ταφικά ευρήματα από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου είναι πενιχρά. Κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία, περίοδο βαθμιαίας εξάπλωσης της Μυκηναϊκής δύναμης στα νησιά του Αιγαίου, υιοθετούνται σε μικρό ή μεγάλο βαθμό έθιμα ταφής γνωστά από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Ο τύπος του κιβωτιόσχημου τάφου εκπνέει κατά την Υστεροκυκλαδική Ι (Αϊλάς Νάξου) και στα νεκροταφεία (Απλώματα, Καμίνι και Γρόττα Νάξου) κυριαρχούν οι λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι.
Συγχρόνως, σημειώνονται μεμονωμένα δείγματα λακκοειδών (Φυλακωπή) και από την Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ Β και θολωτών τάφων (Αγία Θέκλα Τήνου). Ανακομιδές νεκρών και πλούσια κτερισμένες ταφές με βαρύτιμα κοσμήματα, όπλα, μυκηναϊκά ειδώλια και αγγεία συμπληρώνουν την εικόνα των ταφικών εθίμων της εκπνέουσας εποχής του Χαλκού.
Ταφικά Έθιμα Πρωτοκυκλαδικής περιόδου
Κατά την Πρωτοκυκλαδική περίοδο (3η χιλιετία π.Χ.) οργανώνονται σε μικρή απόσταση από τους οικισμούς νεκροταφεία, τα οποία περιλαμβάνουν συστάδες τάφων, ο συνολικός αριθμός των οποίων δεν υπερβαίνει τους 15 με 20. Σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούν τους 50 ή τους 100, ενώ στη Χαλανδριανή Σύρου φτάνουν τους 600. Παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα γνωστά νεκροταφεία βρέθηκαν συλημένα από αρχαιοκάπηλους, αποτελούν τις σημαντικότερες πηγές γνώσης του Κυκλαδικού πολιτισμού.
Τα νεκροταφεία περιλαμβάνουν κιβωτιόσχημους τάφους με τραπεζιόσχημη κάτοψη και θαλαμοειδείς με κυκλική ή ορθογώνια κάτοψη και οροφή ελαφρά επικλινή ή θολωτή. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι έχουν μήκος 0,8-1,2, πλάτος 0,3-0,5 και βάθος 0,3-0,6 μέτρα. Επενδύονται πλευρικά με μεγάλες λίθινες πλάκες ή μικρές πέτρες και σκεπάζονται με μια ή περισσότερες πλάκες. Είναι κατά κανόνα μονόχωροι και φιλοξενούν ένα νεκρό, ενώ σπανιότερα είναι διώροφοι ή τριώροφοι, προκειμένου να δεχθούν περισσότερους νεκρούς της ίδιας οικογένειας.
Στις περιπτώσεις αυτές τα κατώτερα μέρη αποτελούν οστεοφυλάκια, στα οποία φυλάσσονται κυρίως τα κρανία και τα μακρά οστά των προγόνων. Ενδιαφέρουσα παραλλαγή των κιβωτιόσχημων τάφων αποτελούν εκείνοι με την κτιστή στέγη, κατά το εκφορικό σύστημα, οι οποίοι μάλιστα διαθέτουν και δρόμο μήκους 0,5 – 1,0 μέτρου που οδηγεί στην είσοδό τους. Η θέση των τάφων επισημαίνεται σε μερικά νεκροταφεία με λιθόκτιστες εξέδρες (π.χ. Λάκκουδες Νάξου), ενώ άλλοι οριοθετούνται με πέτρες και λευκά βότσαλα (Άγιοι Ανάργυροι Νάξου).
Στο νεκροταφείο των Αγίων Αναργύρων υπήρχε μεγάλη, λιθόκτιστη εξέδρα, στην οποία, σύμφωνα με τα καπελόσχημα αγγεία που βρέθηκαν, διεξάγονταν ταφικές τελετουργίες. Στα τέλη της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου σημειώνεται ενταφιασμός βρεφών και παιδιών εντός των οικισμών, μέσα σε πήλινα αγγεία (εγχυτρισμός). Οι νεκροί τοποθετούνται απ’ ευθείας στο δάπεδο ή σε στρώση από χαλίκια, σε ισχυρά συνεσταλμένη στάση. Για την επίτευξη της στάσης αυτής, που «παγίδευε» το νεκρό μέσα στο μικρό τάφο, χρησιμοποιούνταν πιθανότατα σχοινιά ή ταινίες. Οι νεκροί θα πρέπει να ενταφιάζονταν με τα ενδύματά τους ή να τυλίγονταν σε ύφασμα.
Κάτω από το κεφάλι τους τοποθετείται συχνά μια πλάκα, ως προσκέφαλο, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η σωρός σκεπάζεται με πέτρες. Στους νεκρούς προσφέρονται κτερίσματα, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και την κοινωνική τους θέση. Πρόκειται για προσωπικά αντικείμενα, όπως κεραμικά ή μαρμάρινα αγγεία (πυξίδες, φιάλες, πινάκια), μαρμάρινα ειδώλια -σύντροφοι στη μεταθανάτια ζωή- χρωματοθήκες, χρωστικές ύλες, λεπίδες οψιανού (ξυράφια), τριχολαβίδες, λίθινα, οστέινα ή μετάλλινα κοσμήματα (περιδέραια, βραχιόλια, διαδήματα, περόνες) και μπρούντζινα εργαλεία και όπλα.
Ενδυμασία – Καλλωπισμός
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την ενδυμασία των κατοίκων του Αιγαίου πριν από την Ύστερη Χαλκοκρατία είναι ελάχιστες. Τα Κυκλαδικά ειδώλια της Πρώιμης Χαλκοκρατίας εικονίζονται γυμνά, ενώ το χρώμα που διασώζεται σε μερικά από αυτά μπορεί να ερμηνευθεί ως βάψιμο του δέρματος ή δερματοστιξίες. Τις μόνες σχετικές ενδείξεις παρέχει ένα σύνολο ειδωλίων από τη Θερμή της Λέσβου, όπου δηλώνονται ορισμένες λεπτομέρειες ενδυμάτων. Η απόδοση όμως και αυτών είναι αρκετά αφαιρετική, ώστε να μπορούμε να σχηματίσουμε μια σαφή εικόνα των ενδυμάτων.
Από την Υστεροκυκλαδική περίοδο αντίθετα προέρχεται ένα πλήθος σχετικών πληροφοριών που αντλούνται κυρίως από τις τοιχογραφίες της Θήρας και από τα Μυκηναϊκού τύπου ειδώλια, δηλαδή από τα έργα δύο παραστατικών τεχνών, οι οποίες μεταδόθηκαν στα νησιά του Αιγαίου αντίστοιχα από την Κρήτη και τη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Από τις παραστάσεις των τοιχογραφιών προκύπτει εύκολα το συμπέρασμα ότι οι κάτοικοι της Θήρας ακολουθούσαν πιστά τη Μινωική μόδα, καθώς εκεί συναντούμε τα υπέρκομψα γυναικεία ενδύματα που είναι γνωστά από τη Μινωική Κρήτη.
Τα ενδύματα αυτά αποτελούνταν από φαρδιές καμπανόσχημες φούστες -φτιαγμένες από αλλεπάλληλες υφαντές ταινίες- και από ένα στενό περικόρμιο με εφαρμοστά μανίκια, το οποίο άφηνε συχνά ελεύθερο το στήθος. Οι παρυφές των ενδυμάτων ήταν όπως και στα Μινωικά διακοσμημένες με περίτεχνα υφασμένες ταινίες. Ένα στοιχείο της γυναικείας ενδυμασίας που θεωρείται τοπικό -καθώς δε συναντάται στην ενδυμασία της Κρήτης- είναι η χρήση λεπτότατων διάφανων ενδυμάτων, τα οποία κατά μια άποψη ήταν φτιαγμένα από μεταξωτά υφάσματα.
Η ένδειξη αυτή ενισχύθηκε πρόσφατα από την εύρεση κουκουλιών μεταξοσκώληκα στις ανασκαφές του Ακρωτηρίου. Τη γυναικεία ενδυμασία συνόδευαν πλούσια κοσμήματα (περιδέραια, βραχιόλια, σκουλαρίκια) από πολύτιμα μέταλλα και πολύχρωμα πετρώματα, τα οποία ακολουθούσαν και αυτά, όσον αφορά την τεχνοτροπία και το σχεδιασμό, τη Μινωική μόδα. Την εντυπωσιακή εμφάνιση των γυναικών συμπλήρωναν το βάψιμο των ματιών, του προσώπου, πιθανώς και η δερματοστιξία, στοιχεία της εμφάνισης που όμως ίσως αφορούσαν μόνο πρόσωπα με ιερατική ιδιότητα.
Οι περισσότερες από τις παραστάσεις όπου απεικονίζονται ανθρώπινες μορφές έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο, γι’ αυτό τα ενδύματα που απεικονίζονται σ’ αυτές ίσως δεν αντιπροσωπεύουν τα καθημερινά ενδύματα, αλλά τελετουργικά ιερατικά άμφια. Μια εξαίρεση αποτελεί η λεγόμενη «μικρογραφική ζωφόρος», όπου απεικονίζονται συγχρόνως πολλοί άνθρωποι με διαφορετικές ιδιότητες. Στην τοιχογραφία αυτή τα γυναικεία ενδύματα παρουσιάζονται σχετικά ομοιόμορφα, ενώ τα ανδρικά διακρίνονται σε διαφορετικούς τύπους, οι οποίοι εκφράζουν μάλλον κοινωνικές διαφορές.
Το Μινωικού τύπου περίζωμα φοριόταν συχνότερα από άνδρες που βρίσκονταν σε έντονη κινητική δραστηριότητα. Οι άνδρες που συμμετείχαν σε τελετουργικές πράξεις φορούσαν έναν απλό χιτώνα που δε διέφερε πολύ από το χιτώνα των βοσκών. Στα πήλινα ειδώλια Φ και Ψ των ιερών της Αγίας Ειρήνης και της Φυλακωπής, καθώς και στα υπερμεγέθη κοίλα ειδώλια από τα ιερά αυτά αναγνωρίζεται μια εντελώς διαφορετική ενδυματολογική παράδοση. Τα ειδώλια αυτά φορούν τον ίδιο μακρύ χειριδωτό χιτώνα -πολλές φορές διακοσμημένο με περίπλοκα υφαντικά σχέδια- που φορούν και οι μορφές των Μυκηναϊκών ειδωλίων.
ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Από τo διάστημα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας δεν υπάρχουν καθόλου αρχαιολογικές μαρτυρίες που να συνδέονται με λατρευτικές πρακτικές. Μόνο η παραγωγή των Κυκλαδικών ειδωλίων και η τοποθέτησή τους σε τάφους μπορεί να συνδεθεί με κάποιες θρησκευτικές πεποιθήσεις του πληθυσμού και μάλιστα με την τέλεση λατρευτικών εθίμων σε συνδυασμό με έθιμα ταφής. Τα θρησκευτικά στοιχεία από την περίοδο της Μέσης Χαλκοκρατίας είναι ακόμη λιγότερα, καθώς τότε σταματά και η παραγωγή ειδωλίων.
Κατά τη διάρκεια όμως αυτής ακριβώς της περιόδου ιδρύεται το πρωιμότερο ιερό του Προϊστορικού Αιγαίου στην Αγία Ειρήνη της Κέας, ένα σημαντικό γεγονός που σηματοδοτεί τη διαμόρφωση των λατρευτικών εθίμων της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Τα λατρευτικά έθιμα στα νησιά του Αιγαίου κατά τις πρώιμες περιόδους της Ύστερης Χαλκοκρατίας μαρτυρούνται εύγλωττα στην πλούσια εικονογράφηση των τοιχογραφιών της Θήρας.
Στις παραστάσεις αυτές, οι οποίες αντικατοπτρίζουν όμως περισσότερο τα λατρευτικά έθιμα της Μινωικής Κρήτης, απεικονίζονται συχνά μέλη του ιερατείου και λατρευτές σε τελετουργικές πράξεις και τελετές μύησης νεαρών προσώπων. Από τα μέσα της Ύστερης Χαλκοκρατίας διαθέτουμε ένα πλήθος πληροφοριών σχετικών με τη λατρεία, οι οποίες προέρχονται κυρίως από τις ώριμες φάσεις χρήσης του ιερού της Αγίας Ειρήνης και από το ιερό της Φυλακωπής στη Μήλο.
Τα δύο αυτά νησιωτικά ιερά πλουτίζουν τις γνώσεις μας για τη Μυκηναϊκή λατρεία γενικότερα, καθώς από την ηπειρωτική Ελλάδα, εκτός από τα ιερά των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Ασίνης, δεν υπάρχουν άλλα ικανοποιητικά στοιχεία για την τέλεση της λατρείας σε ειδικά σχεδιασμένους χώρους. Τα αρχαιολογικά ευρήματα των ιερών (ειδώλια και λατρευτικά σκεύη), που είναι πανομοιότυπα με εκείνα της ηπειρωτικής Ελλάδας, δίνουν την εντύπωση ότι η λατρεία στα νησιά συνεχίστηκε πλήρως ενταγμένη στις αρχές και το τυπικό της Μυκηναϊκής θρησκείας.
Ιερά
Από τους νησιωτικούς οικισμούς της Πρώιμης Χαλκοκρατίας δεν διαθέτουμε πληροφορίες για τη λειτουργία οργανωμένων ιερών. Από τη Μέση Χαλκοκρατία όμως εμφανίζονται τα πρώτα στοιχεία λατρείας σε ένα ανεξάρτητο και ειδικά σχεδιασμένο κτήριο. Στον οικισμό της Αγίας Ειρήνης στην Κέα κτίστηκε αυτή την περίοδο ένα ιερό -το πρώτο ιερό στο Αιγαίο- το οποίο ανταποκρίνεται στο σχήμα και τη λειτουργία των μεταγενέστερων ιερών της Μυκηναϊκής Ελλάδας.
Από την Ύστεροκυκλαδική εποχή διαθέτουμε περισσότερες μαρτυρίες για τη λατρεία σε ιερά κτήρια. Τα καλύτερα ερευνημένα ιερά του νησιωτικού χώρου είναι το ιερό της Αγία Ειρήνης, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί αδιάκοπα από τη Μέση Χαλκοκρατία, και το κάπως μεταγενέστερο ιερό της Φυλακωπής στη Μήλο. Μια ένδειξη για το χαρακτηρισμό των ιερών είναι ο ιδιαίτερος αρχιτεκτονικός τύπος των κτηρίων και η εύρεση τελετουργικών αντικειμένων και πήλινων ειδωλίων.
Ο αρχιτεκτονικός τύπος των νησιωτικών ιερών έχει, όπως και αυτά της ηπειρωτικής Ελλάδας, τριμερή διάταξη. Τα ιερά κτίσματα αποτελούνταν από έναν προθάλαμο, έναν κύριο χώρο και δύο πλευρικούς θαλάμους στο βάθος. Στο κέντρο των κύριων χώρων τοποθετούνταν διάφορα λατρευτικά σκεύη (εστίες και τριποδικές τράπεζες προσφορών). Στο βάθος υπήρχε ένα θρανίο, όπου τοποθετούνταν τα ξόανα της θεότητας, πήλινα ειδώλια και άλλα αφιερώματα. Ειδικότερα τα ξόανα ήταν τοποθετημένα επάνω σε λίθινες πλατφόρμες ώστε να βρίσκονται σε ψηλότερο σημείο από τους λατρευτές.
Οι πλευρικοί θάλαμοι χρησιμοποιούνταν, όπως φαίνεται στα ιερά της Φυλακωπής και των Μυκηνών, για την αποθήκευση των τελετουργικών σκευών. Από το Ακρωτήρι της Θήρας, παρόλο που εκεί ο ιερός χαρακτήρας των χώρων δεν είναι σαφής και οι λατρευτικές συνήθειες αντιστοιχούν περισσότερο στα Μινωικά έθιμα, διαθέτουμε επίσης την ένδειξη ότι η κατασκευή των ιερών κτισμάτων ήταν ιδιαίτερα φροντισμένη. Τα κτήρια του Ακρωτηρίου που έχουν χαρακτηριστεί ιερά, οι λεγόμενες Ξεστές, είχαν σε αντίθεση με τα υπόλοιπα πλινθόκτιστα κτίσματα του οικισμού επιμελημένη λίθινη τοιχοδομία.
Τα ιερά των νησιών όπως και αυτά της ηπειρωτικής Ελλάδας φανερώνουν αρκετές διαφορές από τους αντίστοιχους χώρους της Μινωικής Κρήτης, πράγμα που υποδεικνύει μια διαφοροποίηση στις λατρευτικές συνήθειες των δύο αυτών πολιτισμών. Τα Μυκηναϊκά ιερά ήταν ανεξάρτητα κτήρια και όχι χώροι ενσωματωμένοι σε οικοδομήματα διαφόρων χρήσεων, όπως στην περίπτωση των Μινωικών ανακτόρων. Από το νησιωτικό χώρο δεν υπάρχουν επίσης αρχαιολογικές μαρτυρίες για ιερά κορυφής ή ιερά σπήλαια, παρόλο που η λατρεία σε υπαίθρια ιερά υπονοείται στη Μυκηναϊκή εικονογραφία και στα κείμενα των πινακίδων.
Τα Μυκηναϊκά νησιωτικά ιερά θα ήταν ίσως ένας διαρκής πόλος έλξης των λατρευτών για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως έχει διαπιστωθεί στο μυκηναϊκό ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα στην Επίδαυρο, η λατρεία στους χώρους των Μυκηναϊκών ιερών μπορεί να συνεχιζόταν μέχρι τους Αρχαϊκούς χρόνους. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται από την εύρεση Μυκηναϊκών τελετουργικών και εξαιρετικά πολυτελών αντικειμένων κάτω από το Αρτεμίσιο της Δήλου.
Ιερατείο
Μεταξύ των μορφών των τοιχογραφικών παραστάσεων της Θήρας αναγνωρίζονται και ορισμένες που ίσως απεικονίζουν μέλη του ιερατείου. Είναι όμως αρκετά δύσκολο να διακριθούν οι ιερείς από τους λατρευτές ή πιθανές απεικονίσεις της θεότητας, καθώς οι παραστάσεις αυτές δε μοιάζουν να ακολουθούν ένα αυστηρό θρησκευτικό τυπικό. Έτσι ο προσδιορισμός της ιδιότητας των μορφών προκύπτει από τις προσπάθειες ερμηνείας των τελετουργικών διαδικασιών και τις συχνά αβέβαιες τοποθετήσεις των μορφών σε ένα εικονογραφικό πρόγραμμα.
Είναι καταρχήν άξιο παρατήρησης ότι στις θρησκευτικές παραστάσεις της Θήρας κυριαρχούν, όπως και στις Μινωικές, οι γυναικείες μορφές. Πρόκειται για ιέρειες και θεραπαινίδες της θεότητας που την εξυμνούσαν, της προσέφεραν δώρα, ενώ ίσως σε συγκεκριμένες τελετές να την αντιπροσώπευαν ενσαρκώνοντάς την. Οι ιέρειες φορούσαν πολυτελή ενδύματα Μινωικού τύπου, είχαν περίτεχνες κομμώσεις και έφεραν μερικές φορές στο πρόσωπο δερματοστιξίες με αποδόσεις ιερών συμβόλων (π.χ. του κρόκου).
Μια συγκεκριμένη θέση στη θρησκευτική ιεραρχία αντιπροσωπεύει μάλλον μια ιέρεια από μια τοιχογραφία της Δυτικής οικίας, η οποία κρατά ένα θυμιατήρι και φορά έναν άνετο μακρύ χειριδωτό χιτώνα. Πρόσωπα του ιερατείου θεωρούνται και ορισμένες ανδρικές μορφές από την «τοιχογραφία του στόλου», στη σκηνή της τελετουργίας στην κορυφή ενός λόφου.
Οι μορφές αυτές απεικονίζονται με μακρούς λευκούς χιτώνες, ενώ εκείνες με τα λευκά περιζώματα Μινωικού τύπου από την ίδια σκηνή αντιπροσωπεύουν μάλλον τους λατρευτές. Μέλη του ιερατείου θεωρούνται και ορισμένες ανδρικές μορφές που φορούν δέρματα ζώων, οι οποίες παραπέμπουν στους παρόμοια ντυμένους ιερείς από τη σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας.
Λατρεία
Για την ύπαρξη θρησκευτικών τελετών κατά τη διάρκεια της Πρώιμης Χαλκοκρατίας διαθέτουμε ελάχιστα στοιχεία, καθώς στα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της εποχής δεν έχουν εντοπιστεί χώροι με ιδιαίτερη διάταξη ή χαρακτηριστικά αντικείμενα λατρείας (ειδώλια, τελετουργικά αγγεία). Μια ένδειξη ωστόσο για την τέλεση λατρευτικών τελετών που θα ήταν συνυφασμένη με τα ταφικά έθιμα είναι η εύρεση ειδωλίων στους Πρωτοκυκλαδικούς τάφους. Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία η εικόνα φαίνεται να αλλάζει. Στον οικισμό της Αγίας Ειρήνης στην Κέα ιδρύεται ένα ιερό, το οποίο θα θεμελιώσει μια μακρά λατρευτική παράδοση.
Η λατρεία κατά την αρχική περίοδο της χρήσης του ιερού παρουσιάζει ταυτόχρονα μινωικό και μυκηναϊκό χαρακτήρα, ενώ κατά την ώριμη φάση του παρατηρείται η πλήρης ταύτιση με τη μυκηναϊκή λατρεία. Οι Στερεοελλαδικές επιδράσεις στο ιερό της Αγίας Ειρήνης αλλά και στο ιερό της Φυλακωπής, φαίνονται κυρίως από το μεγάλο αριθμό των λατρευτικών ειδωλίων Μυκηναϊκού τύπου, τα οποία διακρίνονται σε ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα.
Τα ζωόμορφα ειδώλια έχουν συνήθως τη μορφή αιγών και σκυλιών, ενώ τα ανθρωπόμορφα διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα τους σε ειδώλια Φ και Ψ, ακολουθούν δηλαδή με ακρίβεια τα σχήματα και τους τύπους των Μυκηναϊκών ειδωλίων. Από τις ύστερες φάσεις των ιερών προέρχονται και κοίλα ειδώλια μεγάλου μεγέθους, το γνωστότερο από τα οποία είναι η λεγόμενη «κυρία της Φυλακωπής». Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για το λατρευτικό τυπικό εμπλουτίζονται από τις παραστάσεις των τοιχογραφιών της Θήρας, πολλές από τις οποίες είχαν σκοπό να μεταδώσουν θρησκευτικά μηνύματα.
Όπως και στις Μινωικές τοιχογραφίες, οι θρησκευτικές νύξεις των παραστάσεων εναρμονίζονται αριστοτεχνικά με στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή και με φυσιοκρατικές αποδόσεις τοπίων, κάνοντας με αυτό τον τρόπο την ερμηνεία των παραστάσεων γριφώδη. Χωρίς να είναι απόλυτα κατανοητή η γλώσσα των τοιχογραφιών, θεωρείται ότι οι παραστάσεις τους συχνά απεικονίζουν πρόσωπα που παίρνουν μέρος σε ιερές τελετουργίες.
Στις σκηνές που θεωρούνται σίγουρα θρησκευτικές ανήκει η σκηνή της συλλογής του ιερού κρόκου, όπου οι λεγόμενες «Κροκοσυλλέκτριες» μαζεύουν το ιερό φυτό για να το προσφέρουν σε μια Θεϊκή μορφή, η οποία κάθεται σε θρόνο, πλαισιωμένη από γρύπες και πιθήκους. Λατρευτικές σκηνές περιλαμβάνει επίσης η μικρογραφική «τοιχογραφία του στόλου» από τη Δυτική οικία με το θέμα της εορταστικής νηοπομπής. Η «τοιχογραφία της άνοιξης» ίσως σχετίζεται με τελετές γονιμότητας, ενώ οι νεαροί «πυγμάχοι» ίσως ήταν πρόσωπα που συμμετείχαν σε τελετές μύησης.
Μια σειρά από στοιχεία της λατρείας, όπως ο πρωταγωνιστικός ρόλος των γυναικών, η πλαισίωση από Μινωικά ιερά σύμβολα και οι τελετές μύησης, θυμίζουν τα λατρευτικά έθιμα της Μινωικής Κρήτης. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι οι κάτοικοι της Θήρας, παράλληλα με τις Μινωικές επιρροές που είχαν δεχθεί σε τομείς του υλικού πολιτισμού, είχαν υιοθετήσει και το λατρευτικό τυπικό της Μινωικής θρησκείας.
Τελετές
Μια σειρά από τις τελετουργικές πράξεις που απεικονίζονται στις τοιχογραφίες της Θήρας μοιάζουν να έχουν -παράλληλα με το θρησκευτικό τους χαρακτήρα- και κάποια σημασία για τα έθιμα της κοινότητας. Οι περιπτώσεις αυτές σχετίζονται κυρίως με την παρουσία νεανικών μορφών με γαλάζιο το τριχωτό τμήμα του κεφαλιού και διάσπαρτους μακριούς βοστρύχους.
Η εμφάνιση αυτή ερμηνεύτηκε αρχικά ως ένα στοιχείο της ενδυμασίας των νέων, συγκεκριμένα ως ένας γαλάζιος σκούφος, από τον οποίο πρόβαλλαν τούφες μακριών μαλλιών. Μια διαφορετική άποψη όμως υποστηρίζει ότι εδώ χρησιμοποιήθηκε συμβατικά το γαλάζιο χρώμα για να υποδηλώσει ξυρισμένα κεφάλια ή κεφάλια με πολύ κοντά μαλλιά και σχετίζει την εμφάνιση αυτή με τελετές ενηλικίωσης που προέβλεπαν την υιοθέτηση της συγκεκριμένης κόμμωσης.
Δε γνωρίζουμε ακριβώς ποιο ήταν το νόημα αυτού του εθίμου αλλά τα έθιμα κουράς, που είναι γνωστά από την Αρχαιότητα και από σύγχρονες πρωτόγονες κοινωνίες, μας δίνουν το κλειδί της ερμηνείας: οι νέοι που βρίσκονταν ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την εφηβεία υποβάλλονταν σε τελετές ενηλικίωσης προκειμένου να δηλωθεί ότι περνούσαν σε μια περίοδο της ζωής τους, κατά την οποία ήταν πια έτοιμοι για να δεχθούν τη Θεϊκή φώτιση, να αφιερωθούν στις θρησκευτικές υπηρεσίες ή απλώς ότι βρίσκονταν σε ηλικία γάμου.
Η πολύ πιθανή αυτή ερμηνεία σχετίζεται με ανάλογα έθιμα ενηλικίωσης που ανιχνεύονται σε εικονιστικές παραστάσεις της Μινωικής Κρήτης. Μια από αυτές είναι η παράσταση του λεγόμενου «κυπέλλου της αναφοράς» από την Αγία Τριάδα, όπου απεικονίζεται μια νεανική μορφή -στην ίδια ηλικία με τις μορφές των Θηραϊκών τοιχογραφιών- η οποία μάλλον δέχεται δώρα κατά τη διάρκεια μιας παρόμοιας τελετής.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κύριο χαρακτηριστικό της εποχής του Χαλκού είναι η ανάπτυξη της μεταλλοτεχνίας και η χρήση, από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., κραμάτων ορείχαλκου (μπρούντζου) για την κατασκευή ανθεκτικών εργαλείων και όπλων, τα οποία επιφέρουν τη βελτίωση και επέκταση πολλών παραγωγικών δραστηριοτήτων (γεωργία, εργαλειοτεχνία, ναυπηγική κ.λπ.). Η οικονομία της εποχής του Χαλκού βασίζεται σε τρεις άξονες: στην αγροτική παραγωγή (γεωργία και κτηνοτροφία), το εμπόριο και τη βιοτεχνία.
Η αγροτική οικονομία περιλαμβάνει την καλλιέργεια δημητριακών και οσπρίων, ενώ ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία αρχίζει η καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς, που όμως συστηματοποιούνται κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία. Η κτηνοτροφία περιλαμβάνει την εκτροφή αιγοπροβάτων και βοοειδών, τα προϊόντα των οποίων είναι βασικά για τη διατροφή και την υφαντουργία. Η βελτίωση της εργαλειοτεχνίας επιφέρει την αύξηση της αγροτικής παραγωγής και τη δημιουργία πλεονασμάτων, ικανών να καλύψουν τις διατροφικές ανάγκες των κοινοτήτων της εποχής του Χαλκού.
Τυχόν ελλείψεις διατροφικών ειδών σε μικρά και άγονα νησιά (Kυκλάδες) καλύπτονται είτε με εναλλακτικές καλλιέργειες π.χ. ανθεκτικού κριθαριού αντί για σιτάρι είτε με την εισαγωγή τους από άλλες περιοχές. Η ανάπτυξη του διαθαλάσσιου εμπορίου οφείλεται στην αναγκαιότητα εξεύρεσης πρώτων βιοτεχνικών υλών (οψιανός, μέταλλα), στην απόκτηση τεχνογνωσίας και στην προώθηση ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων. Η ανάπτυξή του είναι άρρηκτα συνδεμένη με την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο κατά τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Τα ευρήματα από οικισμούς και νεκροταφεία κάνουν σαφή τον ενδοαιγαιακό χαρακτήρα του εμπορίου, και συμβάλλουν στη διάγνωση των πυκνών δικτύων ανταλλαγών, τοπικών και εκτεταμένων, αλλά και της έντασης των πολιτιστικών επαφών στις διαφορετικές περιόδους της εποχής του Χαλκού. Στους νησιωτικούς οικισμούς σημειώνεται από τις αρχές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας καταμερισμός εργασίας και τεχνολογική εξειδίκευση.
Οι κυριότερες εξειδικευμένες παραγωγικές δραστηριότητες είναι η πηλοπλαστική – κεραμική, λιθοτεχνία, οστεουργία, μαρμαρογλυπτική, υφαντουργία, κατεργασία δέρματος, μεταλλοτεχνία, κοσμηματοτεχνία και ζωγραφική (τοιχογραφίες). Aυτές απασχολούν, κατά περίπτωση, ένα άτομο ή μια μικρή ομάδα, είτε μια ή περισσότερες οικογένειες μιας κοινότητας. Σε αρκετούς οικισμούς εντοπίζονται εργαστήρια π.χ. μεταλλοτεχνίας, λιθοτεχνίας κ.λπ., τα οποία παρέχουν σαφείς ενδείξεις για την κληροδότηση του επαγγέλματος από γενιά σε γενιά, ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ.
Αγροτική Οικονομία
Ο γεωργοκτηνοτροφικός χαρακτήρας των Προϊστορικών κοινοτήτων του Αιγαίου τεκμηριώνεται από τα φυτικά κατάλοιπα και τα οστά ζώων που βρέθηκαν σε οικισμούς της εποχής του Χαλκού, από τα κεραμικά αγγεία, καθώς και από τα εργαλεία που σχετίζονται τόσο με την παραγωγή (αξίνες, πελέκεις, δρεπάνια) όσο και με τη μεταποίηση των προϊόντων της γεωργίας (γουδιά, μυλόπετρες, μαχαίρια) και της κτηνοτροφίας (υφαντικά εργαλεία). Η μελέτη του παλαιοβοτανολογικού υλικού δείχνει ότι η γεωργία βασίζεται στα γνωστά από τη Νεολιθική εποχή (6800 – 3200 π.X) είδη φυτών.
Καλλιεργούνται δημητριακά (μονόκοκκο και δίκοκκο σιτάρι, κριθάρι, σιτάρι αρτοποιίας, κεχρί, σίκαλη, βρώμη) και όσπρια (φακή, μπιζέλια, κουκιά, φάβα, ρεβίθια), ενώ από την Πρώιμη Χαλκοκρατία αρχίζει η καλλιέργεια του αμπελιού (Θάσος, Σαμοθράκη, Κυκλάδες) και της ελιάς, η οποία όμως συστηματοποιείται κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία (ελαιοτριβείο σε αγροικία της Θηρασιάς). Οι κλιματολογικές συνθήκες ευνοούν την εκτεταμένη καλλιέργεια σιταριού κυρίως στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα.
Αντίθετα, στις ξηρές και άνυδρες Κυκλάδες καλλιεργείται εντατικότερα το κριθάρι, το οποίο είναι ευπροσάρμοστο και στις πλέον δυσμενείς εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες. Εκτός από τα παραπάνω καλλιεργείται και το λινάρι, που μαζί με το μαλλί αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για την υφαντουργία. Η συλλογή καρπών δε φαίνεται να φθίνει κατά την περίοδο αυτή: βελανίδια, φιστίκια, αμύγδαλα, σύκα, κορόμηλα, κεράσια, δαμάσκηνα, μήλα, αχλάδια κ.ά συμπληρώνουν τη διατροφή.
Σύμφωνα με τα πορίσματα των παλαιοζωολόγων η κτηνοτροφία στηρίζεται στην εκτροφή αιγοπροβάτων, βοοειδών, χοίρων και σκύλων. Στα βραχώδη Κυκλαδονήσια εκτρέφονται περισσότερο κατσίκια, ενώ στα νησιά με μεγάλες πεδιάδες ευνοείται η εκτροφή βοοειδών (Λήμνος). H συστηματική εκτροφή μαρτυρείται εκτός των άλλων και από σταύλους ζώων, που έχουν εντοπιστεί σε αγροικίες της Υστεροκυκλαδικής περιόδου στον Μπάλο και το Φτέλλο Θήρας.
Οι δασώδεις εκτάσεις των νησιών του βόρειου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων ευνοούν το κυνήγι ελαφιών, ζαρκαδιών ή αγριόχοιρων, ενώ στα θηράματα πολλών νησιών συγκαταλέγονται λαγοί και πτηνά (πάπιες, χήνες, περιστέρια, πέρδικες κ.λπ.). Τη διατροφή των νησιωτών συμπληρώνει η αλιεία ψαριών (τόνος, ροφός, μαγιάτικο, κολιός, τσιπούρα, μπακαλιάρος κ.ά.) και η συλλογή θαλάσσιων οστρέων, αχινών κ.λπ.
Υπολείμματά τους ανιχνεύονται στα αρχαιολογικά κατάλοιπα με τη μέθοδο της επίπλευσης. Η άσκηση αλιείας υποδηλώνεται από τα χάλκινα ή οστέινα αγκίστρια και τα λίθινα ή μολύβδινα βαρίδια για δίχτυα, τα οποία βρέθηκαν σε όλους σχεδόν τους οικισμούς.
Εμπόριο και Διεθνείς Σχέσεις
Το εμπόριο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας της εποχής του Χαλκού και είναι άρρηκτα συνδεμένο με την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο κατά τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Η ανάπτυξη του διαθαλάσσιου εμπορίου οφείλεται στην αναγκαιότητα εξεύρεσης πρώτων βιοτεχνικών υλών (οψιανός, μέταλλα), στην απόκτηση τεχνογνωσίας και στην προώθηση ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων.
Τα ευρήματα από οικισμούς και νεκροταφεία κάνουν σαφή τον ενδοαιγαιακό κυρίως χαρακτήρα του εμπορίου και συμβάλλουν στη διάγνωση των πυκνών δικτύων ανταλλαγών, τοπικών και εκτεταμένων, αλλά και της έντασης των πολιτιστικών επαφών στις διαφορετικές περιόδους της εποχής του Χαλκού. Οι Κυκλαδίτες ναυτικοί διαδραματίζουν αναμφισβήτητα πρωτεύοντα ρόλο στο διαμετακομιστικό εμπόριο του προϊστορικού Αιγαίου, αφού οι Κυκλάδες αποτελούν την υδάτινη γέφυρα, που ενώνει την ηπειρωτική Ελλάδα με τη Μικρά Ασία, και το βόρειο με το νότιο Αιγαίο και την Κρήτη.
Μικροί στόλοι μονόξυλων, κωπήλατων πλοίων διασχίζουν κατά την 3η χιλιετία π.Χ. το Αιγαίο μεταφέροντας πρώτες ύλες από τα λατομεία της Μήλου (οψιανός) και τα μεταλλορυχεία των δυτικών Κυκλάδων, χρωστικές ύλες (αζουρίτη,μαλαχίτη), χρωματοθήκες, μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία, ασημένια κοσμήματα, κεραμική (τηγανόσχημα), κ.λπ. Ο έλεγχος της παραγωγής και της διακίνησης των αγαθών εκφράζεται με τη χρήση ποικιλόμορφων σφραγίδων, που βρίσκονται στους περισσότερους οικισμούς της περίοδου.
Κατά το δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας σημειώνονται εντατικότατες επαφές ανάμεσα στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου, τις Κυκλάδες και τα ανατολικά παράλια της νότιας Ελλάδας. Aυτές επεκτείνονται, πέρα από τη μεταλλοτεχνία, και σε άλλους πολιτιστικούς τομείς (ιδεολογία,αγαθά κύρους – γοήτρου, αρχιτεκτονική) και απηχούν τόσο την οικονομική ευμάρεια όσο και τη νέα κοινωνική δομή των Αιγαιακών κοινοτήτων. Στο Aιγαίο επικρατεί την περίοδο αυτή το λεγόμενο «διεθνές πνεύμα».
Kατά τη Μέση Χαλκοκρατία κυρίαρχη θέση στο θαλάσσιο εμπόριο του Αιγαίου κατέχει η Μινωική Κρήτη, με την οποία συνεργάζονται οι Κυκλαδίτες, εξασφαλίζοντας έτσι την οικονομική ευμάρεια των Μεσοκυκλαδικών πόλεων (Αγία Ειρήνη, Φυλακωπή, Ακρωτήρι). Η αναζήτηση νέων μεταλλοφόρων πηγών στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία, τη Θάσο και τα νοτιοανατολικά Βαλκάνια, οδηγεί τους Μινωίτες στο βόρειο Αιγαίο (Σαμοθράκη, Λήμνος).
Την ίδια περίοδο οι Κυκλαδίτες εγκαινιάζουν τις επαφές τους με την ηπειρωτική Ελλάδα, και, λίγο πριν τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ., το Κυκλαδικό πνεύμα φαίνεται πως έχει διεισδύσει, μαζί με το Μινωικό, στον ανερχόμενο μυκηναϊκό πολιτισμό (Ταφικοί κύκλοι Μυκηνών). Μετά τη βιβλική καταστροφή της πόλης του Ακρωτηριού (1628 π.X.), που επέφερε απώλειες στον υπάρχοντα Κυκλαδικό στόλο, ιστιοφόρων πλέον πλοίων, ιδίως όμως μετά την αποδυνάμωση της Μινωικής Κρήτης, περίπου το 1450 π.Χ., οι Κυκλαδίτες συμπορεύονται στο θαλάσσιο εμπόριο με τους Μυκηναίους.
Η επέκταση της μυκηναϊκής κυριαρχίας στην Κρήτη, τις Κυκλάδες και τα νησιά του νότιου Αιγαίου κατά το δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας εκφράζεται στην οικιστική (μέγαρα, ιερά) και την ταφική αρχιτεκτονική, τα ταφικά έθιμα (ξίφη ως κτερίσματα), τις οχυρώσεις (κυκλώπεια τείχη) την ειδωλοπλαστική και την κεραμική των νησιών.
Η Οικονομία στην Πρώιμη Χαλκοκρατία
Η ανάπτυξη της ναυπηγικής από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. επέφερε την εντατικοποίηση της ναυσιπλοΐας και την επέκταση των εμπορικών επαφών των νησιωτών, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις κοινότητες της ηπειρωτικής Ελλάδας, της Μικράς Ασίας και της Κρήτης. Άμεσες διαθαλάσσιες εμπορικές επαφές με περιοχές της ανατολικής (Εγγύς Ανατολή) και της δυτικής (Μάλτα) Μεσογείου εικάζονται από διάφορα ευρήματα (σφραγίδες, οστέινα πλακίδια), που όμως θα πρέπει να έφτασαν στο Αιγαίο με τη διαμεσολάβηση αντίστοιχα της Μικράς Ασίας και της δυτικής ηπειρωτικής Ελλάδας.
Πρωτεύοντα ρόλο στο ενδοαιγαιακό θαλάσσιο εμπόριο έπαιξαν αναμφισβήτητα, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, η Λήμνος, στην είσοδο του Ελλησπόντου, και οι Κυκλάδες, που συνιστούν μια πολυσύχναστη υδάτινη γέφυρα, που ενώνει την ηπειρωτική Ελλάδα με τη Μικρά Ασία, και το βόρειο με το νότιο Αιγαίο.
Στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου φτάνουν κατά το πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας κράματα μπρούντζου και κασσίτερος (βραχιόλι Θερμής) από την κεντρική Ασία μέσω Μικράς Ασίας, οψιανός, πυριτόλιθος και ημιπολύτιμοι λίθοι από μικρασιατικές ή βαλκανικές πηγές και από τον Εύξεινο Πόντο, ο τύπος του πέλεκυ με οπή στειλέωσης, ποικιλόμορφα κοσμήματα από χρυσό και ήλεκτρο (Πολιόχνη), όμοια με της Τροίας («θησαυρός του Πριάμου»), βαρίδια από αιματίτη που εντάσσονται στο μετρικό σύστημα της Εγγύς Ανατολής, καθώς και η χρήση του κεραμικού τροχού.
Από τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου προωθούνται προς τις Κυκλάδες έτοιμα κράματα μπρούντζου (Καστρί), η χρήση του κεραμικού τροχού, καθώς και τύποι αγγείων (δέπας αμφικύπελλον), που χαρακτηρίζουν την κεραμική παραγωγή των Κυκλάδων και των ανατολικών παραλίων της ηπειρωτικής Ελλάδας στα τέλη της Πρωτοχαλκής ΙΙ περιόδου (φάση Λευκαντί Ι – Καστρί). Από την ηπειρωτική Ελλάδα φτάνει στο βόρειο Αιγαίο κεραμική, όπως π.χ. ραμφόστομες φιάλες (σαλτσιέρες) και πιθάρια με ενσφράγιστη διακόσμηση σφραγιδοκύλινδρων (Πολιόχνη).
Στα νησιά του Αιγαίου, την ηπειρωτική Ελλάδα και τη Μικρά Ασία βρίσκονται πρώτες (οψιανός, άργυρος, μόλυβδος, χαλκός) και χρωστικές ύλες (αζουρίτης, μαλαχίτης), καθώς και πληθώρα τεχνουργημάτων από τις Κυκλάδες, όπως μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία, κεραμική (τηγανόσχημα, πυξίδες, ασκοί), χρωματοθήκες κ.ά. Τα παραπάνω συντελούν στην αποκατάσταση των πυκνών, ενδοαιγαικών εμπορικών δικτύων της Πρώιμης Χαλκοκρατίας και αποδεικνύουν την πολυπραγμοσύνη των Κυκλαδιτών ναυτικών.
Η παρουσία των Κυκλαδιτών φαίνεται πως σε κάποιες περιοχές είχε μονιμότερο χαρακτήρα. Αυτό πιστοποιείται από την ύπαρξη νεκροταφείων με κιβωτιόσχημους τάφους, κυκλαδικών ειδωλίων και τηγανόσχημων ή μαρμάρινων αγγείων και την τήρηση γενικότερα των κυκλαδικών ταφικών εθίμων στην Εύβοια (Μάνικα), την ανατολική Αττική (Άγιος Κοσμάς, Τσέπι Μαραθώνα), καθώς και στην Κρήτη (Αρχάνες, Αγία Φωτιά).
Η Οικονομία στην Μέση Χαλκοκρατία
Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία κυρίαρχη θέση στο θαλάσσιο εμπόριο του Αιγαίου κατέχει η Μινωική Κρήτη. Κεραμική της Μεσομινωικής περιόδου (Κουκονήσι Λήμνου), λίθινα αγγεία Μινωικής προέλευσης (Πολιόχνη Λήμνου, Μικρό Βουνί Σαμοθράκης) και σφραγίσματα της Μεσομινωικής ΙΙ στο Μικρό Βουνί πιστοποιούν την εμβέλεια του μινωικού διαμετακομιστικού εμπορίου μέχρι τα νησιά του βόρειου Αιγαίου. Η μινωική παρουσία στην περιοχή συνδέεται με την εξασφάλιση μετάλλων από τα μεταλλεία των νοτιοανατολικών Βαλκανίων, της κεντρικής και ανατολικής Μακεδονίας και της Θάσου.
Η ανεύρεση στο Μικρό Βουνί πήλινου δίσκου (roundel) με τέσσερα σφραγίσματα από την ίδια σφραγίδα στην περιφέρειά του, τα οποία περιλαμβάνουν ιδεογράμματα της Γραμμικής Α (διπλό πέλεκυ και σουπιά), συνδέουν τον κάτοχό του με το διοικητικό – γραφειοκρατικό σύστημα των μινωικών ανακτόρων και αποδεικνύουν τον οργανωμένο χαρακτήρα των εμπορικών επαφών Κρήτης και βόρειου Αιγαίου.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τύπος αυτός σφραγισμάτων απαντά μόνο σε αρχεία πινακίδων της Γραμμικής Α, αποκλειστικά στην Κρήτη, ενώ η παρουσία τους στην Αγία Ειρήνη Κέας και το Μικρό Βουνί αποτελούν εξαίρεση. Εκτός από την Κρήτη, τα νησιά του βόρειου Αιγαίου διατηρούν επαφές με την κεντρική και νότια ηπειρωτική Ελλάδα, όπως δείχνει η γραπτή αμαυρόχρωμη κεραμική της Μεσοελλαδικής περιόδου από το Κουκονήσι.
Οι Κυκλαδίτες, έμπειροι ναυτικοί και έμποροι, εκμεταλλευόμενοι τη γεωγραφική θέση των νησιών τους και τη σημασία τους στο διαμετακομιστικό εμπόριο των Μινωιτών με την ηπειρωτική Ελλάδα και το βόρειο Αιγαίο, συμπράττουν με αυτούς, εξασφαλίζοντας έτσι την οικονομική ευμάρεια και ανάπτυξη Μεσοκυκλαδικών πόλεων, όπως η Αγία Ειρήνη, η Φυλακωπή Μήλου κ.ά. Στις αρχές της Μεσοκυκλαδικής περιόδου αρχίζουν με πρωτοβουλία των Κυκλαδιτών οι επαφές με την ηπειρωτική Ελλάδα, που πιστοποιούνται με την παρουσία Μινωικής κεραμικής σε Κυκλαδικούς οικισμούς.
Λίγο πριν τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. το κυκλαδικό πνεύμα φαίνεται πως έχει διεισδύσει, μαζί με το Μινωικό, στον ανερχόμενο Μυκηναϊκό πολιτισμό. Γραπτή κεραμική της Μεσοκυκλαδικής περιόδου στους λακκοειδείς τάφους του ταφικού κύκλου Β των Μυκηνών, καθώς και εικονογραφικά θέματα στα χάλκινα ξίφη και τα αγγεία με ένθετη διακόσμηση, κυρίως από τους ταφικούς κύκλους Β και Α των Μυκηνών, αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια των εμπορικών και ευρύτερα πολιτιστικών επαφών.
Η Οικονομία στην Υστεροκυκλαδική Περίοδο
Η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας στο τέλος της Υστεροκυκλαδικής Ι περιόδου άλλαξε την πορεία των οικονομικών εξελίξεων στο Αιγαίο γιατί οι επιπτώσεις της εξασθένησαν τη «Μινωική Θαλασσοκρατορία», δίνοντας ταυτόχρονα την ευκαιρία στα ανερχόμενα κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας να πάρουν τα ηνία του διεθνούς εμπορίου. Οι εμπορικές επαφές των κατοίκων του Αιγαίου με την Κρήτη συνεχίστηκαν, παράλληλα όμως έγινε φανερή μια μετατόπιση του οικονομικού ενδιαφέροντος προς τη Μυκηναϊκή Ελλάδα.
Κατά τις πρώιμες περιόδους της Ύστερης Χαλκοκρατίας παρατηρείται ένα κύμα εμπορικών ανταλλαγών ανάμεσα στις δύο περιοχές που συνοδευόταν από μια πληθώρα αλληλεπιδράσεων στις τέχνες και την τεχνολογία. Κατά τις περιόδους της μυκηναϊκής ακμής (15ος και 14ος αιώνας π.Χ.) οι Κυκλάδες μπαίνουν ολοκληρωτικά στην τροχιά του μυκηναϊκού οικονομικού συστήματος. Οι Μυκηναίοι με την ίδρυση εμπορικών σταθμών στα νησιά πέτυχαν να επιβληθούν οικονομικά σε ολόκληρο το Αιγαίο.
Το διαμετακομιστικό εμπόριο διεξαγόταν τώρα από ανεξάρτητους εμπόρους και ναυτικούς, οι οποίοι ενεργούσαν υπό την επίβλεψη των Μυκηναϊκών ανακτόρων. Στις καταγραφές των ανακτορικών αρχείων αναφέρονται μακρινά αστικά κέντρα και περιοχές όπως η Ρόδος, η Μίλητος, η Καρία, καθώς και μερικά από τα σημαντικότερα κρητικά κέντρα, όπως η Κνωσός, η Φαιστός και η Αμνισός. Μέσα από τις γραπτές αυτές μαρτυρίες φαίνεται η εμβέλεια του Μυκηναϊκού εμπορίου, οι δρόμοι των θαλάσσιων μεταφορών αλλά και η σημασία που θα είχαν για το εμπόριο οι ενδιάμεσοι σταθμοί στα νησιά.
Τα κυριότερα προϊόντα ανταλλαγής, όπως και κατά τις προηγούμενες περιόδους της Χαλκοκρατίας, ήταν τα μέταλλα (χαλκός, κασσίτερος, χρυσός και άργυρος), τα προϊόντα της μεταλλοτεχνίας (όπλα, εργαλεία και κοσμήματα), πολύτιμα πετρώματα, κεραμικά σκεύη, ίσως εδώδιμα, καθώς και άλλα βιοτεχνικά προϊόντα από φθαρτά υλικά (υφάσματα, έπιπλα), τα οποία είναι δύσκολο να ανιχνευθούν στο αρχαιολογικό υλικό. Αν και η οικονομία βρισκόταν ακόμη σε προνομισματικό στάδιο, θεωρείται βέβαιο ότι οι ανταλλαγές, παράλληλα με την ικανοποίηση της ζήτησης, αποσκοπούσαν και στο εμπορικό κέρδος.
Κατά το τέλος της Ύστερης Χαλκοκρατίας η οικονομία των νησιών υπόκειται σε μια γενική ύφεση ακολουθώντας τις εξελίξεις της Στερεάς Ελλάδας. Μετά την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. ένα κύμα αποίκων από την ηπειρωτική Ελλάδα βρήκε καταφύγιο στις νησιωτικές κοινότητες και προσπάθησε να αναδιοργανώσει την οικονομία, η οποία γνώρισε τότε μια σύντομη περίοδο άνθησης. Τα κεραμικά εργαστήρια των νησιών συνέχισαν την παλαιότερη μυκηναϊκή παράδοση, αλλά παράλληλα υιοθέτησαν ορισμένα κοινά τεχνοτροπικά στοιχεία που χαρακτηρίζονται ως «Μυκηναϊκή Κοινή».
Η παρουσία του κεραμικού αυτού ρυθμού σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από τις νοτιοανατολικές ακτές της Αττικής μέχρι τα Δωδεκάνησα εκφράζει ακριβώς τη σύντομη ανάκαμψη του εμπορίου κατά την περίοδο της μυκηναϊκής παρακμής. Για τη μορφή της οικονομίας στο διάστημα της μετάβασης στην Εποχή του Σιδήρου οι γνώσεις μας είναι πολύ περιορισμένες. Στους λίγους γνωστούς νησιωτικούς οικισμούς της εποχής δεν έχουν επισημανθεί καθόλου εισηγμένα προϊόντα. Έτσι υποθέτουμε ότι η οικονομία περιοριζόταν στην πρωτογενή παραγωγή και ότι το βιοτικό επίπεδο παρέμεινε αρκετά χαμηλό μέχρι την Αρχαϊκή εποχή.
Μεταλλουργία
Με τον όρο μεταλλουργία νοείται η διαδικασία εξόρυξης των μετάλλων (χαλκός, μόλυβδος, άργυρος) και όλα τα στάδια επεξεργασίας (σφυροκόπημα, τήξη), μέχρι την τελική τους μορφοποίηση (μεταλλοτεχνία) σε χρηστικά αντικείμενα, όπως κοσμήματα, εργαλεία, όπλα, αγγεία και σφραγίδες. Η τήξη των μετάλλων σε πήλινες χοάνες, με ελεγχόμενη ενίσχυση της φωτιάς χρησιμοποιώντας πήλινα ακροφύσια, και η μορφοποίησή τους σε λίθινες και πήλινες μήτρες είναι γνωστή στην ηπειρωτική Ελλάδα από τη Nεότερη Nεολιθική II (4800 – 4500 π.Χ.).
Στα νησιά του Αιγαίου τεκμηριώνονται επιτόπιες μεταλλουργικές δραστηριότητες από χοάνες με υπολείμματα σκωρίων από την Κεφάλα Κέας και το Γυαλί Δωδεκανήσων, καθώς και από χάλκινα ή χρυσά κοσμήματα και εργαλεία από το Καστρί Θάσου, το σπήλαιο Ζα Νάξου, την Κεφάλα Κέας και το Γυαλί, που χρονολογούνται στην Τελική Νεολιθική (4500 – 3200 π.X.). Η ανάπτυξη της μεταλλουργίας του μπρούντζου από την Πρώιμη Χαλκοκρατία και εξής επιφέρει τη βελτίωση και επέκταση πολλών παραγωγικών δραστηριοτήτων (γεωργία, εργαλειοτεχνία, ναυπηγική, κ.λπ.).
Ο άργυρος, ο μόλυβδος και ο χαλκός, που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των πρώτων μετάλλινων τεχνουργημάτων, προέρχονται, σύμφωνα με αρχαιομεταλλουργικές έρευνες, από Αιγαιακές πηγές που εντοπίζονται στη Σίφνο, την Κύθνο και πιθανότατα τη Σέριφο και τη Σύρο. Η εκμετάλλευση των μεταλλείων αργυρούχου μολύβδου στον Άγιο Σώστη Σίφνου ανάγεται στην Τελική Νεολιθική, όπως μαρτυρούν εργαλεία οψιανού που χρησιμοποιούνταν για την εξόρυξη και την πρώτη διαλογή.
Οι στοές εξόρυξης ήταν προσιτές από πηγάδια που ανοίγονταν από την επιφάνεια του εδάφους και εξυπηρετούσαν τόσο τον εξαερισμό όσο και την ανέλκυση του μεταλλεύματος. Η τήξη των μετάλλων γινόταν στο ύπαιθρο, σε κοιλότητες που βρέθηκαν κοντά στα μεταλλεία Σίφνου. Tα μεταλλεία Σίφνου, Κύθνου και Σερίφου διέθεταν, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, εκμεταλλεύσιμες για την 3η χιλιετία π.X. ποσότητες αργύρου, μολύβδου και χαλκού. Από τα νησιά αυτά προέρχονται οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν στους οικισμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Στην εκμετάλλευση των μετάλλων, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αποδοθεί η ανάπτυξη του Κυκλαδικού πολιτισμού, ενώ η απόκτησή τους γινόταν στο πλαίσιο οργανωμένων ταξιδιών, στα οποία συμμετείχαν και μέλη των οικογενειών των μεταλλοτεχνιτών από τις διάφορες περιοχές του Αιγαίου. Στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. αρχίζει η συστηματική εξόρυξη μολύβδου και ασημιού στα μεταλλεία Λαυρίου και Θορικού Αττικής.
Η χρήση ορείχαλκου (μπρούντζου) για την κατασκευή ανθεκτικών εργαλείων σημειώνεται, για πρώτη φορά στο Αιγαίο, στην Τρωάδα και τα νησιά του βόρειου Αιγαίου (Λήμνο, Λέσβο) κατά τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Ο κασσίτερος, βασικό μέταλλο για την παραγωγή του μπρούντζου, δεν υπάρχει στο Αιγαίο, αλλά στο Ουζμπεκιστάν, το Αφγανιστάν ή τη Μικρά Aσία (οροσειρά Ταύρου) και έφτανε στις Κυκλάδες και την ηπειρωτική Ελλάδα με τη μορφή έτοιμου κράματος μπρούντζου, μέσω των νησιών του βόρειου Αιγαίου.
Kατά τη Μέση και την Ύστερη Χαλκοκρατία οι Προϊστορικοί μεταλλοτεχνίτες του Αιγαίου αναζητούν, με πρωτεργάτες αρχικά τους Μινωίτες και στη συνέχεια τους Μυκηναίους εμπόρους, νέες πηγές χαλκού και κασσίτερου, οι οποίες εντοπίζονται στον Εύξεινο Πόντο, τα νότια Βαλκάνια, τη δυτική Ευρώπη (κασσίτερος από Γερμανία και Βρετανία) και την ανατολική Μεσόγειο.
ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Στα υλικά κατάλοιπα της εποχής του Χαλκού, όπως στην οικιστική και την ταφική αρχιτεκτονική, την κεραμική, τις τοιχογραφίες, τα εργαλεία, τις σφραγίδες, τα ειδώλια, τα κοσμήματα κ.ά., αποτυπώνονται τα τεχνολογικά επιτεύγματα και η καλλιτεχνική διάθεση των δημιουργών τους και αποκρυπτογραφούνται στοιχεία που αφορούν το φυσικό περιβάλλον, τους τομείς οικονομίας και την κοινωνική σύνθεση των νησιωτικών κοινοτήτων στις διάφορες χρονικές περιόδους.
Τα τεχνουργήματα των νησιωτών αποπνέουν το ανήσυχο και δημιουργικό τους πνεύμα, την ελευθερία σκέψης και τη φαντασία που εξάπτει ο άγνωστος κόσμος που ανοίγεται πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια κάθε νησιού, συνάμα όμως και τη λιτότητα της ζωής του νησιώτη. Η εκμετάλλευση των μεταλλωρυχείων των Κυκλάδων και η ανάπτυξη της μεταλλουργίας του μπρούντζου στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου ενισχύουν, από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., ποιοτικά και τυπολογικά την εργαλειοτεχνία, με άμεσες επιπτώσεις στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή (μαρμαρογλυπτική, ναυπηγική κ.λπ.), καθώς και στις εμπορικές δραστηριότητες.
H κεραμική παραγωγή χαρακτηρίζεται, τόσο στις Βορειοαιγαιακές όσο και στις Κυκλαδικές της παραλλαγές, από πρωτοτυπία και μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμήσεων, που αποπνέουν τις οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις των νησιωτικών κοινωνιών, αλλά και τις κατά περιόδους επιδράσεις από την κεραμική της Μικράς Ασίας (Πρώιμη), της Μινωικής Κρήτης (Μέση) και της Μυκηναϊκής ηπειρωτικής Ελλάδας (Ύστερη Χαλκοκρατία). Σημαντικό σταθμό στην αγγειοπλαστική του Αιγαίου αποτελεί η χρήση του κεραμικού τροχού, που σημειώνεται στα μέσα περίπου της 3ης χιλιετίας.
Ιδιαίτερη σημασία για την τέχνη του Προϊστορικού Αιγαίου έχει η ζωγραφική που εκδηλώνεται κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ και ΙΙΙ με τη γραπτή διακόσμηση κεραμικών αγγείων, αναπτύσσεται χρωματικά και θεματικά (απόδοση ζωικού και φυτικού κόσμου) κατά τη Μεσοκυκλαδική και κορυφώνεται κατά την Υστεροκυκλαδική Ι στις τοπιογραφικές συνθέσεις και τις ιστορικές σκηνές των τοιχογραφιών του Ακρωτηριού Θήρας.
Ξεχωριστή θέση στη νησιωτική τέχνη της εποχής του Χαλκού κατέχει η μαρμαρογλυπτική της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ, προϊόντα της οποίας είναι τα ποικιλόμορφα αγγεία και τα μαρμάρινα ειδώλια, που διακινούνται ως αντικείμενα «κοινωνικού γοήτρου» σε ολόκληρο το Αιγαίο. Στα ειδώλια αποτυπώνεται εύγλωττα ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της κυκλαδικής τέχνης, καθώς και η αναζήτηση του μνημειακού, που αποτυπώνεται στα πρώτα έργα μεγάλης πλαστικής.
Κεραμική
Η αγγειοπλαστική εξυπηρετεί τομείς της καθημερινότητας, σχετιζόμενους με τη φύλαξη, την προετοιμασία και την κατανάλωση της τροφής, καθώς επίσης το εμπόριο (μεταφορά προϊόντων) και τη θρησκεία (τελετουργικά σκεύη), προσφέροντας συγχρόνως στους δημιουργούς της ευρύτατο πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης.
H κεραμική παραγωγή της εποχής του Χαλκού στα νησιά του Αιγαίου χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμήσεων και από την ύπαρξη τοπικών παραλλαγών που αποπνέουν τις οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις των νησιωτικών κοινωνιών, αλλά και τις κατά περιόδους επιδράσεις από την κεραμική της Μικράς Ασίας, της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στο πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας η κεραμική είναι χειροποίητη, ενώ κατά τη φάση Λευκαντί I – Kαστρί (2450 / 2350 – 2200 / 2150 π.Χ.) σημειώνεται για πρώτη φορά η χρήση του κεραμικού τροχού, γνωστή ήδη στην Εγγύς Ανατολή και τη Μικρά Ασία.
H ζωντάνια και η δημιουργική φαντασία των αγγειοπλαστών της 3ης χιλιετίας π.Χ. αποτυπώνονται στα αγγεία από τις Κυκλάδες και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, τα οποία προβάλλουν δύο μορφολογικά διαφορετικούς κόσμους.Πυξίδες και τηγανόσχημα σκεύη με εγχάρακτη διακόσμηση, ασκοί, καρποδόχες με ψηλό πόδι, δέπατα αμφικύπελλα, ραμφόστομες πρόχοι με ψηλό λαιμό και σφαιρικό σώμα και αποθηκευτικά αγγεία με πτερυγωτές λαβές ή πλαστικά, ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά αποτελούν μερικά από τα χαρακτηριστικότερα σχήματα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας.
Η Μέση Χαλκοκρατία χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της γραπτής διακόσμησης με τη χρήση αμαυρής (θαμπής) καστανόμαυρης ή κόκκινης στιλβωμένης βαφής πάνω στη λευκή ή γενικότερα ανοιχτόχρωμη επιφάνεια των αγγείων. Πρόχοι απλές ή ραμφόστομες, μαστοπρόχοι και πιθάρια διακοσμούνται με αφηρημένα καμπυλόγραμμα ή φυτικά θέματα, η θεματική και η διάταξη των οποίων κάνουν σαφή την επίδραση από τη μινωική αγγειοπλαστική της Μεσομινωικής ΙΙ – ΙΙΙ.
Κατά τη Υστεροκυκλαδική I περίοδο η γραπτή κεραμική εμπλουτίζεται με θέματα από το ζωικό (πτηνά, δελφίνια) ή το φυτικό κόσμο (καλάμια, φοίνικες, κρίνοι, κρόκοι, κ.λπ.), καθώς και με ανθρώπινες μορφές. Από την Υστεροκυκλαδική ΙΙ μέχρι και τα τέλη της Ύστερης Χαλκοκρατίας είναι εμφανέστατη η επίδραση της μυκηναϊκής Ελλάδας, εκτός των άλλων, και στην κεραμική δημιουργία των νησιωτών του κεντρικού και του ανατολικού Αιγαίου.
Κεραμική Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου
Η αγγειοπλαστική της Πρώιμης Χαλκοκρατίας από τα νησιά του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου και τη δυτική μικρασιατική παραλία χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία και μεγάλη ποικιλία σχημάτων, εύκολα διακριτών από τα σύγχρονα με αυτά Πρωτοκυκλαδικά αγγεία. Παρά τις ομοιότητες ως προς την ποιότητα και το χρώμα των πηλών και την επεξεργασία της επιφάνειας των αγγείων, διαμορφώνονται αρκετές τοπικές παραλλαγές στην κεραμική παραγωγή τον διαφόρων νησιών.
Η κεραμική της Πολιόχνης Λήμνου υπερέχει ως προς την ποιότητα των στιλβωμένων αγγείων και την επινόηση νέων σχημάτων. Τα αγγεία κατασκευάζονται από τραχύ πηλό και φέρουν αρχικά καστανόμαυρο και αργότερα κόκκινο, πορτοκαλί ή ανοιχτό καστανό επίχρισμα. Στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. η επιφάνειά τους είναι πολύ καλά στιλβωμένη και αργότερα λιγότερο γυαλιστερή και φέρει πλαστική διακόσμηση, η οποία έχει τη μορφή αυλακώσεων, νευρώσεων, κουμπιών και ανθρώπινων χαρακτηριστικών.
Κύπελλα με μια ή δύο λαβές, απλές φιάλες, καρποδόχες με ψηλό και ποικιλότροπα διαμορφωμένο πόδι, ευρύστομες και ραμφόστομες πρόχοι, στάμνοι (Πράσινη Πολιόχνη), βαρελάκια και μόνωτα ηθμωτά κύπελλα για την τυροκομία ή τη μελισσοκομία (Eρυθρά Πολιόχνη), πιθάρια με πλαστική διακόσμηση και τριποδικές μαγειρικές χύτρες με πώμα, κυριαρχούν στο πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Kατά την Κίτρινη φάση της Πολιόχνης, που είναι σύγχρονη με την Τροία ΙΙ, εμφανίζονται νέα σχήματα όπως το δέπας αμφικύπελλον, οι ραμφόστομες πρόχοι με ψηλό λαιμό και σφαιρικό σώμα, οι φλασκοειδείς πρόχοι (φλασκιά), τα δίδυμα ζωόμορφα σκεύη, καθώς και αμφορείς με ωοειδές σώμα, βαρέλια, αποθηκευτικά αγγεία με πτερυγωτές λαβές ή πλαστικά, ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά, και απλά ή κυλινδρικά πώματα με ποικιλόμορφη διαμόρφωση λαβών. Tέλος, σταθμό στην εξέλιξη της κεραμικής τεχνολογίας στο Αιγαίο, αποτελεί η χρήση για πρώτη φορά του κεραμικού τροχού, γνωστή ήδη στην Εγγύς Ανατολή και τη Μικρά Ασία.
H νέα τεχνολογία εφαρμόζεται στην κατασκευή ανοιχτών φιαλών, οι οποίες διασώζουν στη βάση τους ίχνη αργόστροφου κεραμικού τροχού. O κεραμικός τροχός, τα κύπελλα με μια ή δύο λαβές, τα δέπατα και οι ραμφόστομες πρόχοι με ψηλό λαιμό φθάνουν κατά τη φάση Λευκαντί Ι – Καστρί στις Κυκλάδες και τα ανατολικά παράλια της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η κεραμική της Θερμής και του Εμποριού χαρακτηρίζεται από απλές και τριποδικές φιάλες, καρποδόχες διαφορετικές από της Πολιόχνης, ευρύστομες, σφαιρικές, ραμφόστομες και τριποδικές πρόχους, μόνωτα και δίωτα κύπελλα, βαθιά κυλινδρικά κύπελλα με μια λαβή, αμφοροειδή αγγεία με κυλινδρικό ή ωοειδές σώμα και πτερυγωτές λαβές, βαρελάκια, πιθάρια, αμφορείς, πώματα και κουταλάκια. Xαρακτηριστική είναι η διακόσμηση των πρόχων με εγχάρακτες γραμμικές συνθέσεις, που γεμίζονται με λευκή γαιώδη ύλη.
Κατά τη Mέση Xαλκοκρατία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου κατασκευάζονται τροχήλατα αγγεία με ανοιχτή καστανή, καστανοκόκκινη ή γκριζόχρωμη στιλβωμένη κεραμική με αυλακωτή διακόσμηση. Συνηθέστερα σχήματα είναι οι φιάλες με ή χωρίς πόδι, οι λεκάνες, τα μόνωτα κύπελλα κ.ά.
Κεραμική της Πρωτοκυκλαδικής Περιόδου
Η κεραμική της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμητικών θεμάτων, τα οποία απηχούν την ελευθερία σκέψης, τη ζωντάνια και τη δημιουργική φαντασία των Κυκλαδιτών αγγειοπλαστών. Η κεραμική παραγωγή της Πρωτοκυκλαδικής Ι περιλαμβάνει χειροποίητες φιάλες, κυλινδρικές πυξίδες με πώμα, κρατηρίσκους (καντήλες) και αμφορίσκους από τραχύ, σκοτεινόχρωμο πηλό και έχουν καστανή ή μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια. Συνηθέστερη διακόσμηση είναι η εγχάρακτη με θέματα κατά κανόνα ευθύγραμμα, τα οποία γεμίζονται με λευκή γαιώδη ύλη.
Κατά τη μετάβαση από την Πρωτοκυκλαδική I στην Πρωτοκυκλαδική II εμφανίζονται τα ιδιότυπα, τηγανόσχημα σκεύη, ενώ τα αγγεία διακοσμούνται για πρώτη φορά με εμπίεστα και εγχάρακτα καμπυλόγραμμα θέματα. Φιάλες με δακτυλιόσχημη βάση, αχινόσχημες πυξίδες με πώμα, τηγανόσχημα, αμφορίσκοι, σφαιρικές πρόχοι και ραμφόστομες φιάλες (σαλτσιέρες) είναι τα πιο χαρακτηριστικά αγγεία της Πρωτοελλαδικής II. Είναι χειροποίητα και έχουν καστανόμαυρη ή καστανοκόκκινη στιλβωμένη επιφάνεια.
Τα τηγανόσχημα αγγεία συνιστούν το πεδίο εξέλιξης της εγχάρακτης και εμπίεστης διακόσμησης, που εμπλουτίζεται με περίτεχνες σπείρες και απλά ή διαγραμμισμένα τρίγωνα, καθώς και με παραστάσεις πλοίων, ψαριών και σχηματικές αποδόσεις του γυναικείου αιδοίου, ακριβώς πάνω από τη λαβή. Στα τέλη της περιόδου (φάση Λευκαντί Ι – Καστρί) εμφανίζονται χαρακτηριστικά σχήματα αγγείων του βορειοανατολικού Αιγαίου, όπως το κύπελλο με μια λαβή, και το δέπας  αμφικύπελλο, ενώ παράλληλα προωθείται στις Κυκλάδες και η χρήση του κεραμικού τροχού. Τέλος, εγκαινιάζεται η γραπτή διακόσμηση με ευθύγραμμα θέματα.
Κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ η γραπτή κεραμική εμπλουτίζεται με καμπυλόγραμμα θέματα, ενώ στα αγγεία ξεχωρίζουν οι βαθιές φιάλες, οι ασκοί, οι λοξότμητες πρόχοι και τα πιθάρια. Η κεραμική παραγωγή της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου περιλαμβάνει απειράριθμα μαγειρικά και αποθηκευτικά σκεύη, όπως χύτρες, κυκλικές φορητές εστίες, πιθάρια και αμφορείς.
Κεραμική της Μεσοκυκλαδικής Περιόδου
Στις αρχές της Μεσοκυκλαδικής περιόδου η κεραμική παραγωγή περιλαμβάνει τροχήλατα, λεπτότεχνα αγγεία με κόκκινη, καστανή και μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια. Φιάλες με πρόχυση και ωοειδή πιθάρια αποτελούν καθαρά κυκλαδικά σχήματα της κατηγορίας αυτής, ενώ οι φιάλες με ψηλό πόδι μιμούνται το αντίστοιχο σχήμα της μινυακής κεραμικής της ηπειρωτικής Ελλάδας. Λευκή ή καστανή, και σπανιότατα μαύρη γραπτή διακόσμηση στολίζει το χείλος ή το σώμα αγγείων.
Βασικά διακοσμητικά θέματα είναι τα γραμμικά (γραμμές, ημικύκλια, σπείρες), ενώ στα τέλη της Μεσοκυκλαδικής περιόδου εμφανίζονται και φυλλόσχημα διακοσμητικά θέματα, καθώς και οι παραστάσεις πτηνών. Ιδιαίτερη κεραμική κατηγορία συνιστούν τα αγγεία με παράλληλες αυλακώσεις. Την πλέον χαρακτηριστική κεραμική κατηγορία της Μεσοκυκλαδικής περιόδου αποτελούν τα λεγόμενα λευκά αγγεία από εξαιρετικά καθαρό πηλό, με λεπτά τοιχώματα, υπόλευκη ή κιτρινωπή επιφάνεια και γραπτή, αμαυρή (θαμπή) καστανόμαυρη διακόσμηση.
Από τα μέσα της περιόδου, και ιδιαίτερα κατά τα τέλη της, η γραπτή διακόσμηση των λευκών αγγείων εμπλουτίζεται με κόκκινα, στιλβωμένα θέματα, συνιστώντας το λεγόμενο μαύρο και κόκκινο ρυθμό. Φιάλες, πρόχοι απλές ή ραμφόστομες, μαστοπρόχοι και πιθάρια διακοσμούνται με αφηρημένα καμπυλόγραμμα ή φυτικά θέματα, τα οποία παραπέμπουν, ως προς τη θεματική και τη διάταξή τους, σε κρητικά αγγεία της Μεσομινωικής ΙΙ – ΙΙΙ. Σπανιότερα γράφονται και εικονιστικά θέματα, όπως πτηνά, δελφίνια, λιοντάρι κ.ά.
Στα τέλη της Μεσοκυκλαδικής περιόδου κατασκευάζεται στη Φυλακωπή Μήλου η λεγόμενη υστερότερη ντόπια κεραμική, με χαρακτηριστικό αγγείο το ημισφαιρικό κύπελλο. Η κατηγορία αυτή συγγενεύει με τα λευκά αγγεία και προαναγγέλλει τη μηλιακή κεραμική της Υστεροκυκλαδικής Ι.
Κεραμική της Υστεροκυκλαδικής Περιόδου
Κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία οι ανταλλαγές προϊόντων στο Αιγαίο εντατικοποιήθηκαν χάρις στις ευνοϊκές συνθήκες που εξασφάλιζε αρχικά η Μινωική Θαλασσοκρατορία και αργότερα το Μυκηναϊκό εμπόριο. Η διάδοση των κεραμικών ρυθμών δείχνει τη συχνότητα των εμπορικών μετακινήσεων, βοηθώντας μας συγχρόνως να κατανοήσουμε τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής και το πολιτισμικό τους υπόβαθρο.
Ένα δείγμα των συχνών ανταλλαγών μεταξύ Κυκλάδων και της ηπειρωτικής Ελλάδας κατά την Πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή αντιπροσωπεύουν τα έντονα Κυκλαδικά στοιχεία που παρατηρούνται στα κεραμικά κτερίσματα των ταφικών κύκλων των Μυκηνών. Στην κεραμική της Υστεροκυκλαδικής Ι περιόδου, όπως δείχνει η κεραμική του Ακρωτηρίου, αναμιγνύονται τα Μινωικά και τα Μυκηναϊκά στοιχεία με τις τοπικές παραδόσεις της Μεσοκυκλαδικής εποχής. Τα τοπικά χαρακτηριστικά είναι περισσότερο εμφανή στην κεραμική της Φυλακωπής, η οποία εξελίχθηκε από τον τοπικό Κυκλαδικό «λευκό ρυθμό» της Μέσης Χαλκοκρατίας.
Η κεραμική της Αγίας Ειρήνης διακοσμείται συχνότερα με κόκκινο, μαύρο και περιστασιακά λευκό χρώμα. Στα σχήματα των αγγείων επικρατούν οιραμφόστομες και οι γεφυρόστομες πρόχοι. Στη διακόσμηση ιδιαίτερα προσφιλή είναι τα κυκλικά μοτίβα, οι φυλλόσχημες ταινίες και ο συνδυασμός της κόκκινης και της μελανής βαφής. Παράλληλα με τα συνήθη αφαιρετικά μοτίβα απεικονίζονται και φυσιοκρατικά θέματα, φανταστικά όντα και μορφές που προέρχονται ίσως από μυθολογικούς κύκλους.
Οι Μινωικές και Στερεοελλαδίτικες επιρροές συνεχίζονται και στην κεραμική της Υστεροκυκλαδικής II περιόδου. Ο ακριβής προσδιορισμός όμως των ξένων επιδράσεων δεν είναι δυνατός, μιας και η κεραμική παραγωγή των δύο αυτών περιοχών παρουσιάζει αυτή την περίοδο πολλά κοινά στοιχεία. Το μεγαλύτερο ποσοστό της νησιωτικής κεραμικής προέρχεται ωστόσο από την τοπική παραγωγή.
Κατά την Υστεροκυκλαδική ΙΙΙ περίοδο, όπως δείχνουν τα ευρήματα της Φυλακωπής και της Αγίας Ειρήνης, η νησιωτική κεραμική αντικαθίσταται κατά ένα μεγάλο ποσοστό από τα προϊόντα των Μυκηναϊκών εργαστηρίων. Ακόμη και η εγχώρια παραγωγή υιοθετεί τα χαρακτηριστικά της Μυκηναϊκής, όσον αφορά στη διακόσμηση και τους τύπους των αγγείων. Οι ομοιότητες με τη Μυκηναϊκή κεραμική είναι τόσο πολλές, ώστε μόνο από τα εξωτερικά γνωρίσματα των αγγείων, δηλαδή χωρίς έρευνα της σύστασης του πηλού, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, αν κατασκευάζονταν εκεί ή αν προέρχονταν από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Από τα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ., όταν δηλαδή τα μυκηναϊκά κέντρα αρχίζουν να παρακμάζουν, οι ρυθμοί εισαγωγής της Μυκηναϊκής κεραμικής χαλαρώνουν και ενδυναμώνονται πάλι τα τοπικά στοιχεία. Κατά τη διάρκεια της Υστεροκυκλαδικής ΙΙΙ Γ αναπτύσσεται, μάλλον λόγω των συχνών εμπορικών επαφών στο Αιγαίο -αλλά ίσως και λόγω της ύπαρξης εργαστηρίων μαζικής παραγωγής- ένας νέος θαλάσσιος ρυθμός στην κεραμική που είναι γνωστός με τον όρο «Μυκηναϊκή ή Αιγαιακή Κοινή».
Ο ρυθμός αυτός προέρχεται μάλλον από την Κρήτη, αφού τα πρώτα δείγματά του βρέθηκαν εκεί, αλλά η διάδοσή του εξαπλώνεται από την ανατολική Αττική μέχρι τη Ρόδο, την Κάλυμνο και την Κω. Ο πιο χαρακτηριστικός τύπος του ρυθμού αυτού είναι οι ψευδόστομοι αμφορείς με διακόσμηση χταποδιών. Ακολουθούν σε συχνότητα οι πρόχοι με ενσωματωμένο ηθμό, οι φλάσκες και οι πλούσια διακοσμημένοι κάλαθοι.
Για τη διάδοση της υπομυκηναϊκής κεραμικής στο Αιγαίο δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες. Τα κοινά στοιχεία που παρατηρούνται πάντως στην τεχνοτροπία δείχνουν ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων περιοχών του Αιγαίου συνεχίστηκαν και σ’ αυτή τη μεταβατική περίοδο, αλλά οι μαζικές εξαγωγές κεραμικών προϊόντων είχαν γίνει πια σπάνιες.
Ειδωλοπλαστική
Η παραγωγή ειδωλίων στα νησιά του Αιγαίου κατά την εποχή του Χαλκού περιλαμβάνει ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια από πηλό, οστό, όστρεο και λίθο, κυρίως μάρμαρο. Η ανεύρεσή τους σε σπίτια, τάφους και ιερά δείχνει ότι πρόκειται όχι απλά για καλλιτεχνικά δημιουργήματα, αλλά για αντικείμενα με ευρύ κοινωνικό – ιδεολογικό περιεχόμενο και συμβολικές – θρησκευτικές προεκτάσεις.
Στην ειδωλοπλαστική της Πρώιμης Χαλκοκρατίας κατέχουν ιδιαίτερη θέση τα μαρμάρινα, κυρίως γυναικεία, ειδώλια της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου (3200 – 2000 π.Χ.), τα οποία αποτελούν το διαγνωστικό στοιχείο του λεγόμενου Κυκλαδικού πολιτισμού. Μερικά από αυτά απεικονίζουν τύπους της κυκλαδικής κοινωνίας, όπως μουσικούς, πολεμιστές και εγκύους. Άλλα πάλι κάνουν σαφές με το μέγεθός τους (περίπου 1,5 μέτρο) ότι η μεγάλη πλαστική γεννήθηκε για πρώτη φορά στο Αιγαίο, στις μικρές Κυκλάδες. Στα υπόλοιπα νησιά η κατασκευή ειδωλίων είναι, σε αντίθεση με την πλούσια και ευρηματική ειδωλοπλαστική της Νεολιθικής (6800 – 3200 π.Χ.), εξαιρετικά περιορισμένη.
Kατά την Ύστερη Χαλκοκρατία ξεχωρίζουν μεγάλα πήλινα, χειροποίητα ή τροχήλατα ειδώλια από τα ιερά των Υστεροκυκλαδικών πόλεων της Αγίας Ειρήνης και της Φυλακωπής, καθώς και μικρότερα ειδώλια τύπου Φ και Ψ, που ακολουθούν πιστά την ειδωλοπλαστική της Μυκηναϊκής Ελλάδας. Τα ζωόμορφα ειδώλια της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου είναι κυρίως μαρμάρινα ή πήλινα και απεικονίζουν ζώα και πτηνά. Παράλληλα συνηθίζονται τα πήλινα ζωόμορφα αγγεία τελετουργικού χαρακτήρα (π.χ. σκαντζόχοιρος).
Kατά την Υστεροκυκλαδική περίοδο πλάθονται, κατά τα Μυκηναϊκά πρότυπα, ειδώλια που απεικονίζουν αιγοπρόβατα, βοοειδή κ.λπ. και κοσμούνται με γραπτή διακόσμηση.
Εργαλεία
Μετάλλινα εργαλεία προέρχονται τόσο από οικισμούς όσο και από νεκροταφεία των νησιών του Αιγαίου. Τα περισσότερα χρονολογούνται στην Πρώιμη και την Ύστερη Χαλκοκρατία, ενώ από τη Μέση υπάρχουν λίγα μόνο δείγματα, κάτι που συμβαίνει και σε σύγχρονες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας. Χημικές αναλύσεις ενδεικτικού αριθμού εργαλείων δείχνουν ότι αρχικά κατασκευάζονταν από αρσενικούχο χαλκό και αργότερα από κασσιτερούχο χαλκό, ώστε να είναι ανθεκτικά και αποτελεσματικότερα κατά τη χρήση τους.
Η εργαλειοτεχνία των προϊστορικών νησιωτών περιλαμβάνει τριγωνικά εγχειρίδια με τονισμένη ράχη (μαχαίρια) -τυπικά της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου- αξίνες – πελέκεις για το σκάψιμο και τις ξυλουργικές εργασίες, σμίλες, πριόνια και μηνοειδή ξέστρα για την κατεργασία ξύλου, λίθου / μαρμάρου και οστού, οπείς (σουβλιά) και σπάτουλες για την κατεργασία των δερμάτων, αγκίστρια για το ψάρεμα και καρφιά.
Σημαντική θέση στη μεταλλοτεχνία της περιόδου κατέχουν οι ανατολικού – Βαλκανικού τύπου, μονοί (Πολιόχνη Λήμνου) ή διπλοί (Νάξος) πελέκεις με οπή στειλέωσης, που απαντούν και στην ηπειρωτική Ελλάδα από τα τέλη της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και ιδιαίτερα κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙΙ και αποτελούν όχι απλά εργαλεία, αλλά και αντικείμενα «κοινωνικού γοήτρου». Η πολυτιμότητα των πελέκεων υπογραμμίζεται από τη συνεύρεσή τους με άλλα μπρούντζινα εργαλεία και όπλα στους λεγόμενους «θησαυρούς» της Θερμής IV, της Ερυθράς Πολιόχνης, της Τροίας ΙΙg και της Κύθνου.
Η εργαλειοτεχνία του τέλους της Μεσοκυκλαδικής και των αρχών της Υστεροκυκλαδικής περιόδου έχει σαφείς επιδράσεις από την αντίστοιχη της Μινωικής Κρήτης. Αξιοσημείωτη είναι, τέλος, η εκτεταμένη χρήση μολύβδου, που σημειώνεται σε πολλούς νησιωτικούς οικισμούς για την κατασκευή αλιευτικών βαριδιών, συρμάτων και ελασμάτων για την επισκευή μεγάλων πήλινων αποθηκευτικών αγγείων, μαρμάρινων αγγείων και ειδωλίων, καθώς και την κατασκευή σταθμών (Ακρωτήρι, Αγία Ειρήνη), τα οποία ακολουθούν το μινωικό σύστημα μέτρησης βάρους.
Όπλα
Μετάλλινα όπλα εμφανίζονται στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου λίγο πριν τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από οικονομική ευμάρεια, εντατικές εμπορικές επαφές και ολοένα αυξανόμενο ανταγωνισμό των νησιωτικών κοινοτήτων. Η χρήση όπλων βεβαιώνεται μέχρι τα τέλη της Ύστερης Χαλκοκρατίας, κατά την οποία είναι εμφανής η επίδραση της οπλοτεχνίας των Μυκηναίων, της δύναμης που μετά τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. καθορίζει την πολιτισμική πορεία της ηπειρωτικής, αλλά και της νησιωτικής Ελλάδας.
Τα σημαντικότερα όπλα είναι τα ξίφη και οι αιχμές λόγχης. Χαρακτηριστικός τύπος ξίφους της Πρώιμης Χαλκοκρατίας είναι το μακρύ τριγωνικό εγχειρίδιο με κεντρική νεύρωση και τέσσερις οπές για τη στερέωση σε ξύλινη, κεράτινη ή οστέινη λαβή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένα μπρούντζινο ξίφος με επαργυρωμένη επιφάνεια από το νεκροταφείο Σπεδού Νάξου, το οποίο αποτελεί ένα από τα πρωιμότερα δείγματα επαργύρωσης στο Αιγαίο. Οι αιχμές λόγχης είναι φυλλόσχημες και φέρουν μια κεντρική νεύρωση και οπές για τη στειλέωση του ακοντίου.
Χαρακτηριστική για τις Πρωτοκυκλαδικές αιχμές είναι η απόληξή τους σε σχήμα ποντικοουράς. Στα όπλα της εποχής του Χαλκού συγκαταλέγονται και άλλα από πηλό, πέτρα και ξύλο, όπως π.χ. πεσσοί σφεντόνας (βλήματα) και ρόπαλα.
Κοσμήματα
Τα πολυάριθμα και ποικιλόμορφα κοσμήματα από οικισμούς και, κυρίως από νεκροταφεία της εποχής του Χαλκού δεν αποτελούν απλά εξαρτήματα του καλλωπισμού του σώματος, αλλά και στοιχεία κοινωνικού συμβολισμού. Κατασκευάζονται από οστά, κοχύλια, κοινούς και ημιπολύτιμους λίθους, καθώς και από μέταλλα, όπως είναι ο άργυρος, ο μόλυβδος, ο χαλκός και ο χρυσός.
Η κοσμηματοτεχνία των νησιωτών περιλαμβάνει κυρίως χάλκινες ή ασημένιες περόνες με περίτεχνες απολήξεις (πτηνά, αιγοειδή, έλικες κ.λπ.), ασημένιους και χρυσούς σφηκωτήρες (Απλώματα Νάξου, Πολιόχνη Λήμνου), βραχιόλια από ασήμι (Απλώματα, Αμοργός), χαλκό (Δωκαθίσματα Αμοργού), κασσίτερο και μόλυβδο (Θερμή ΙΙΙΑ), χρυσά περιδέραια με ποικιλόμορφες χάντρες, σκουλαρίκια (Πολιόχνη), ασημένια διαδήματα με επίκρουστη παράσταση ζώων (Χαλανδριανή Νάξου) ή οδοντωτή επίστεψη (Δωκαθίσματα Αμοργού), καθώς και χρυσά επιρράματα ενδυμάτων και μπρούντζινα δακτυλίδια (Απλώματα).
Από το νεκροταφείο Λούρος της Νάξου προέρχονται 200 περίπου δισκοειδείς, διάτρητες φολίδες, που αποτελούν το αρχαιότερο δείγμα αργυροχοΐας στις Κυκλάδες (3200 – 2800 π.Χ.). Το σημαντικότερο δείγμα χρυσοχοΐας αποτελεί ο θησαυρός χρυσών κοσμημάτων από την Κίτρινη Πολιόχνη (2400 – 2200 π.Χ.) -περισσότερα από 326 αντικείμενα-, τα οποία είναι πανομοιότυπα με εκείνα από το θησαυρό Α της Τροίας ΙΙ g («Θησαυρό του Πριάμου») και ακολουθούν την καλλιτεχνική παράδοση της Ανατολής.
Λίθινα Σκεύη
Η λιθοτεχνία της εποχής του Χαλκού στα νησιά του Αιγαίου περιλαμβάνει χρηστικά αγγεία, όπως τριβεία και γουδιά από ηφαιστειακά πετρώματα και σχιστόλιθο για την επεξεργασία σιτηρών, οσπρίων και χρωστικών υλών, καθώς και εξαιρετικής τέχνης μαρμάρινα αγγεία, που δεσπόζουν στη λιθοτεχνία της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου. Το λευκό διάφανο μάρμαρο που αφθονεί στις Κυκλάδες ώθησε τους προϊστορικούς Κυκλαδίτες, ήδη από την Τελική Νεολιθική (4500 – 3200 π.Χ.), στην κατασκευή λίθινων αγγείων, που χαρακτηρίζονται από ποικιλία σχημάτων, κατασκευαστική δεξιοτεχνία και λιτή κομψότητα.
H παραγωγή λίθινων αγγείων κυρίως από μάρμαρο, αλλά και από πιο μαλακά πετρώματα, όπως χλωριτικό σχιστόλιθο και στεατίτη, είναι ιδιαίτερα αυξημένη κατά την Πρωτοκυκλαδική Ι και ΙΙ περίοδο, ενώ μετά τη μεταβατική φάση Λευκαντί I – Καστρί μειώνεται σημαντικά και κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙΙ είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Φιάλες απλές, με πρόχυση ή με ψηλό πόδι, κολουροκωνικά ποτήρια, ορθογώνια πινάκια (παλέτες), κρατηρίσκοι(καντήλες) με ή χωρίς πόδι, αχινόμορφες ή κολουροκωνικές πυξίδες με πώμα, τηγανόσχημα, λύχνοι κ.ά. αποτελούν τους συνηθέστερους τύπους λίθινων αγγείων, τύπους που μιμούνται κεραμικά πρότυπα της περιόδου.
Η στενή συνάφεια με την κεραμική διαφαίνεται και στον τρόπο διακόσμησης π.χ. των πυξίδων, στις οποίες συχνότατη είναι η εγχάραξη γραμμικών (γωνίες, σπείρες) διακοσμητικών θεμάτων. Ιδιαίτερη θέση στην καλλιτεχνική παραγωγή των λίθινων αγγείων κατέχουν εκείνα που αποδίδουν την ανθρώπινη μορφή, ζώα (χοίρο, πρόβατο), καθώς και η πυξίδα – ομοίωμα αρχιτεκτονήματος, πιθανότατα συμπλέγματος σιταποθηκών.
H χρήση τους σε καθημερινή βάση είναι αμφίβολη, αφού πολλά απ’ αυτά είναι ιδιαίτερα εύθραυστα, ενώ άλλα πολύ βαριά και δύσχρηστα. H ανεύρεση πολλών αγγείων σε τάφους υποδηλώνει τη χρήση τους ως κτερίσματα. Η κατοχή τέτοιων αγγείων αποδίδεται σε εύπορα άτομα όχι μόνο της Πρωτοκυκλαδικής κοινωνίας, αλλά και σε εξέχοντα μέλη (έμποροι, τεχνίτες) κοινοτήτων της Πρώιμης Χαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, την Κρήτη, τα νησιά του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου και τη Μικρά Ασία, με τα οποία διατηρούσαν εμπορικές επαφές.
Tέλος, η χρήση φιαλών και παλετών στους Πρωτοκυκλαδικούς οικισμούς θα πρέπει να συνδεθεί με την προετοιμασία χρωστικών υλών, όπως κόκκινης ώχρας και αζουρίτη, για τον καλλωπισμό του σώματος και τη διακόσμηση μαρμάρινων ειδωλίων.
Εργαλειοτεχνία
Εργαλεία από μέταλλο, λίθο, οστό και ελαφοκέρατο εξυπηρετούν τις ποικίλες οικονομικές δραστηριότητες των νησιωτών στη διάρκεια της εποχής του Χαλκού. Οι δραστηριότητες αυτές πραγματοποιούνται τόσο μέσα στους οικισμούς (π.χ. κτίσιμο, προετοιμασία τροφής, καλλωπισμός σώματος, υφαντική, κεραμική, μεταλλουργία, ξυλουργική) όσο και στην ευρύτερη περιφέρειά τους (π.χ. γεωργία, κυνήγι, αλιεία, υλοτομία, ναυπηγική). Τα εργαλεία κατασκευάζονται είτε από τους ίδιους τους χρήστες τους είτε από εξειδικευμένους τεχνίτες, που εφοδιάζουν την κοινότητα με τον απαραίτητο εργαλειακό εξοπλισμό.
Εργαστήρια οστεουργίας, λιθοτεχνίας και μεταλλοτεχνίας εντοπίζονται σε πολλούς οικισμούς τόσο του βόρειου Αιγαίου (Πολιόχνη, Θερμή) όσο και των Κυκλάδων (Καστρί). Τα εργαλεία από αποκρουσμένο λίθο είναι κυρίως λεπίδες απόοψιανό και πυριτόλιθο, οι οποίες χρησιμεύουν μεμονωμένα ως μαχαίρια με ξύλινη ή κεράτινη λαβή, ή σφηνώνονται σε ξύλινο στέλεχος η μια δίπλα στην άλλη, συνιστώντας έτσι δρεπάνια για το θέρισμα. Σε μικρότερο αριθμό απαντούν, κυρίως σε πυριτόλιθο, ξέστρα για την κατεργασία ξύλου και δέρματος, τρυπάνια, και αιχμές βελών για το κυνήγι.
Τα εργαλεία από λειασμένο λίθο κατασκευάζονται από σχιστώδη πετρώματα (π.χ. σερπεντίνες) και μορφοποιούνται με σφυροκόπημα, λείανση, τριβή, πριόνισμα, αλλά και με τρυπάνι. Τέτοια εργαλεία είναι οι αξίνες, οι πελέκεις, τα σφυριά και οι σμίλες, που χρησιμοποιούνται στο σκάψιμο της γης, τις ξυλουργικές εργασίες, στην αρχιτεκτονική και τη ναυπηγική. Οι ανατολικού-βαλκανικού τύπου, μονοί ή διπλοί πελέκεις με οπή στειλέωσης, που κατασκευάζονται από λίθο και μπρούντζο στο βόρειο Αιγαίο (Πολιόχνη) κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία, αποτελούν εκτός από χρηστικά αντικείμενα και αντικείμενα «κοινωνικού γοήτρου».
Από κρυσταλλικά, ηφαιστειακά πετρώματα κατασκευάζονται μυλόλιθοι και τριπτήρες, απαραίτητοι για την επεξεργασία δημητριακών, οσπρίων και χρωστικών υλών (ώχρα,αζουρίτης, μαλαχίτης). Τέλος, από ημιπολύτιμους λίθους (π.χ. στεατίτης, κορναλίνης) κατασκευάζονται κοσμήματα, όπως χάντρες και περίαπτα, τα οποία προέρχονται κυρίως από τάφους των νησιών του νότιου Αιγαίου.
Ανάμεσα στα οστέινα εργαλεία ξεχωρίζουν, για τη συχνότητα με την οποία απαντούν αλλά και για την πολυμορφία τους, τα αιχμηρά. Ανάλογα με τη μορφή τους χρησιμεύουν ως οπείς (σουβλιά) για την κατεργασία του δέρματος, ως αγκίστρια (αιχμηρά και στα δύο άκρα), και ως βελόνες για την κατεργασία του δέρματος, την υφαντική, την καλαθοπλεκτική και τη διακόσμηση της κεραμικής (εγχάρακτη). Τα εργαλεία με τα πλατιά και αποστρογγυλεμένα άκρα χρησιμοποιούνται στοστίλβωμα των κεραμικών αγγείων και στον καθαρισμό των δερμάτων.
Από ελαφοκέρατο κατασκευάζονται αξίνες, λαβές λίθινων και μεταλλικών εργαλείων (μαχαίρια, τρυπάνια, οπείς, σμίλες) και στειλεοί για αξίνες και τσεκούρια. Ξεχωριστό δημιούργημα της Πρωτοκυκλαδικής οστεουργίας αποτελούν οι οστέινες χρωματοθήκες με εγχάρακτη διακόσμηση, που χρησιμοποιούνται για τη φύλαξη χρωστικών υλών, απαραίτητων για την κόσμηση του σώματος.
Ξυλουργική – Ναυπηγική
H ξυλουργική είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη στα νησιά του Αιγαίου και εξυπηρετεί την αρχιτεκτονική, την επιπλοποιία και τη ναυπηγική. Πληροφορίες για τις εφαρμογές αυτές της ξυλουργικής, τα φθαρτά προϊόντα της οποίας δεν άφησαν ίχνη στο πέρασμα του χρόνου, παρέχουν τα λίθινα (πελέκεις, τρυπάνια) και χάλκινα ή μπρούντζινα (πελέκεις, σμίλες, τρυπάνια, πριόνια, καρφιά) εργαλεία, καθώς και οι απεικονίσεις κτηρίων, επίπλων, και πλοίων στην ειδωλοπλαστική, την κεραμική και τις τοιχογραφίες.
Θυρώματα για πόρτες και παράθυρα και ξύλινα ράφια χρησιμοποιούνται στην αρχιτεκτονική, σύμφωνα με ενδείξεις από την Υστεροκυκλαδική πόλη του Ακρωτηριού, ενώ τραπεζάκια, σκαμνιά και καρέκλες κατασκευάζονται ήδη από την Πρωτοκυκλαδική περίοδο σε μεγάλη ποικιλία, ορατή στα μαρμάρινα ειδώλια καθιστών γυναικών και μουσικών. Έπιπλα της Υστεροκυκλαδικής περιόδου (σκαμνί και κρεβάτι) αποτεφρώθηκαν στο Ακρωτήρι Θήρας από την ηφαιστειακή λάβα, αφήνοντας τα αποτυπώματά τους, που οι αρχαιολόγοι διέσωσαν σε γύψο.
Ιδιαίτερη σημασία για τη θαλάσσια επικοινωνία και την ανάπτυξη του εμπορίου των νησιωτών είχε η ναυπηγική. H τέχνη αυτή, αναπτύσσεται ιδιαίτερα, χάρις στο συνδυασμό της τεχνικής δεξιότητας στην ξυλουργική και των εμπειρικών γνώσεων υδροδυναμικής, αεροδυναμικής και αστρονομίας. Εγχάρακτες παραστάσεις πλοίων σε τηγανόσχημα σκεύη της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ και τρία μολύβδινα ομοιώματα πλοίων, με μέγιστο μήκος 39,5 εκατοστά, μας πληροφορούν ότι κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία χρησιμοποιούνται μονόξυλα πλοία, που κινούνται με 25 – 40 κωπηλάτες.
Τέτοια πλοία θα επανδρώνονταν μόνο με τη σύμπραξη περισσοτέρων κοινοτήτων και θα μπορούσαν να διανύσουν σε διάστημα τριών εβδομάδων απόσταση 200 ναυτικών μιλίων, διακινώντας τρόφιμα, οψιανό, μέταλλα, μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία κ.λπ. Ιστιοφόρα πλοία με πανιά δεν χρησιμοποιούνται πριν το 2000 π.Χ. και μας είναι γνωστά από την απεικόνιση στόλου, που διασώζεται στην τοιχογραφία της «Mικρογραφικής Ζωφόρου», στο Ακρωτήρι Θήρας.
Τοιχογραφίες
Η τέχνη της τοιχογραφίας πιστοποιείται στα νησιά του Αιγαίου από την αρχή της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Τα πρωιμότερα δείγματά της προέρχονται από τον οικισμό της Φυλακωπής. Πρόκειται για μια θαλασσινή παράσταση με χελιδονόψαρα, η οποία χρονολογείται στην Υστεροκυκλαδική Ι περίοδο. Την κυριότερη όμως και πλουσιότερη πηγή για τη ζωγραφική τέχνη της Υστεροκυκλαδικής εποχής αποτελούν οι τοιχογραφίες που βρέθηκαν στο Ακρωτήρι της Θήρας.
Τα τμήματα των τοιχογραφιών αυτών προέρχονται από τους επάνω ορόφους των κτηρίων του οικισμού, όπου βρίσκονταν προφανώς οι σημαντικότεροι χώροι. Μερικές φορές το εσωτερικό των δωματίων ήταν ολόκληρο καλυμμένο με τοιχογραφίες, τα θέματα των οποίων ήταν ενταγμένα σε ένα προκαθορισμένο εικονογραφικό πρόγραμμα. Οι λεγόμενες μικρογραφικές τοιχογραφίες ήταν μακριές παραστάσεις με μορφές μικρού μεγέθους, οι οποίες ήταν τοποθετημένες στο ύψος του ματιού.
Στις Θηραϊκές τοιχογραφίες αναγνωρίζεται η τεχνική της νωπογραφίας, δηλαδή η ζωγραφική επάνω σε ασβεστοκονίαμα, το οποίο ήταν ακόμη νωπό. Σε ορισμένα σημεία χρησιμοποιήθηκε και η τεχνική της υδατογραφίας, η οποία εφαρμοζόταν όταν ο τοίχος ήταν ήδη στεγνός. Οι βαφές προέρχονταν από φυτικές και ορυκτές ύλες και τα χρώματά τους περιορίζονταν -όπως και στις Μινωικές- στο λευκό, το μαύρο, το κόκκινο, το γαλάζιο και το κίτρινο.
Τόσο η τεχνοτροπία όσο και η απόδοση των θεμάτων των Θηραϊκών τοιχογραφιών δείχνουν ότι τα πρότυπά τους πρέπει να αναζητηθούν στις τοιχογραφίες των μινωικών ανακτόρων και των επαύλεων της Νεοανακτορικής εποχής. Ανάμεσα στα μινωικά στοιχεία διακρίνονται και ορισμένα διακοσμητικά μοτίβα γνωστά από τις Μυκηναϊκές τοιχογραφίες και τη μεταλλοτεχνία της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα στοιχεία αυτά ίσως να μην αντιπροσωπεύουν Μυκηναϊκές επιδράσεις στις Κυκλάδες, αλλά να είναι τοπικά Κυκλαδικά στοιχεία, τα οποία εισήχθηκαν στη ζωγραφική της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Σε αντίθεση με τις Μινωικές τοιχογραφίες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι γνωστές από αμφισβητούμενες αποκαταστάσεις, οι τοιχογραφίες της Θήρας βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση διατήρησης. Έτσι, εκτός από τη μεγάλη καλλιτεχνική τους αξία προσφέρουν και πολύτιμες πληροφορίες για την καθημερινή ζωή στην αρχή της Υστεροκυκλαδικής εποχής. Η θεματογραφία περιλαμβάνει διαφορετικούς κύκλους: μεμονωμένες ανθρώπινες μορφές, νεκρές φύσεις, θαλασσινά τοπία και τοποθεσίες με πλούσια βλάστηση. Οι εικονιστικές παραστάσεις πλαισιώνονται από αφηρημένα διακοσμητικά θέματα.
Στα θέματα των παραστάσεων κυριαρχούν οι θρησκευτικές σκηνές. Από τις λατρευτικές στάσεις των ανθρώπινων μορφών και τη συνοδεία θρησκευτικών συμβόλων, συμπεραίνουμε ότι οι παραστάσεις των τοιχογραφιών απεικονίζουν συχνά μέλη του ιερατείου, θεότητες και πρόσωπα που συμμετείχαν σε ιερές τελετουργίες. Η συχνή επανάληψη των θρησκευτικών θεμάτων υποδεικνύει επίσης ότι πολλοί από τους χώρους του Ακρωτηρίου χρησιμοποιούνταν ως ιερά.
Εκτός από τις θρησκευτικές σκηνές, ανθρώπινες μορφές εμφανίζονται και σε παραστάσεις κοσμικού χαρακτήρα. Στη μικρογραφική ζωφόρο ή «τοιχογραφία του στόλου», όπως αλλιώς ονομάζεται, από τη Δυτική οικία απεικονίζεται η άφιξη ενός στόλου σε μια παραθαλάσσια πόλη και στιγμιότυπα από μια ναυμαχία. Η παράσταση αυτή -που έχει διηγηματικό χαρακτήρα- δημιουργεί την εντύπωση ότι αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός ή σε μια μυθολογική αφήγηση.
Οι πλούσιες τοιχογραφικές παραστάσεις της Θήρας δεν αποτελούν ένα μοναδικό φαινόμενο στην νησιωτική τέχνη. Τα τμήματα τοιχογραφιών που βρέθηκαν στην Αγία Ειρήνη της Κέας και ορισμένα νέα ευρήματα από τη Φυλακωπή δείχνουν ότι οι τοιχογραφίες ήταν μάλλον ένας συνηθισμένος τρόπος διακόσμησης των εσωτερικών χώρων.
ΧΑΡΤΕΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)
ΠΗΓΕΣ :
(1) :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου