Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Το Πάσχα της Πρωτομαγιάς από το 8ωρο στο 24ωρο. Της Ανδριανής Στράνη

Ξημέρωνε, παραμονή Πρωτομαγιάς και Πάσχα μαζί. Ο Αντώνης με δυσκολία προσπαθούσε να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά από την κόπωση της νυχτερινής βάρδιας στο μαγαζάκι της λεωφόρου του τρόμου.
Στα αφτιά του αντηχούσε καμπάνα πένθιμη, η φωνή του ιδιοκτήτη, την ίδια στιγμή που για τους άλλους χτυπούσε χαρούμενη σε αναστάσιμο ήχο. Αντώνη, τα μάτια σου δεκατέσσερα, γιατί με έχουν ληστέψει δύο φορές. Πώς γίνεται όμως ένας άνθρωπος να έχει δεκατέσσερα μάτια 24 ώρες ανοιχτά; Απελπισμένος, σκεφτόταν τα παιδιά του να κοιμούνται εδώ και έναν χρόνο μοναχά από τότε που έπιασε δουλειά διπλοβάρδια, απογευματινή και νυχτερινή, σε μαγαζί που δεν έκλεινε ποτέ. Με τα πολλά, και νιώθοντας να κινδυνεύει η... περιουσία του από τη ζωή της νύχτας, αποφάσισε ο ιδιοκτήτης να πάρει μέτρα ασφάλειας στα μαγαζιά του. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και για τον Αντώνη που ανασφάλιστος εργασιακά και συναισθηματικά στερήθηκε τη γλυκιά καληνύχτα των παιδιών του και την αγκαλιά της Άννας που δούλευε για ένα εξάμηνο στην επαρχία. Τα έβγαζαν πέρα δύσκολα και δεν ήθελαν να λείψει τίποτα από τα παιδιά. Ζούσαν έναν πόλεμο, έτσι έλεγε την οικονομική κρίση ο Αντώνης. Ο καπιταλισμός τα βρήκε μπαστούνια και οι κρυμμένες εφεδρείες της Ευρώπης τράβηξαν τον άσσο των μνημονίων με όση δύναμη είχαν για να τον στηρίξουν. Στόχος της πολιτικής τους είναι οι εργαζόμενοι και γι’ αυτό το λόγο το κουαρτέτο εγχόρδων που μας επισκέπτεται εκτελεί τη θέληση και έκφραση των μεγάλων συνθετών της Ευρώπης με μαέστρο το ΔΝΤ, που η δύναμή τους τους δίνει την ελευθερία να προσαρμόζουν τα μέτρα στη μουσική φόρμα που επιθυμούν. Κοινώς, άρχισαν τα όργανα και η επιθυμία μας να χορεύουν οι αγορές στο νταούλι και τη λύρα, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί διότι τα ακούσματα των ευρωπαίων δεν έχουν σχέση με λαϊκά παραδοσιακά όργανα. Έτσι, τα αντεργατικά και αντιασφαλιστικά μέτρα ψηφίζονται ανήμερα Κυριακής του Θωμά, που ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να τα πιστέψει, κι όποιος αντέξει…

Ήδη η εφαρμογή των τριών μνημονίων στη χρεοκοπημένη Ελλάδα από το 2010 έως και σήμερα προκάλεσε την αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων και φανέρωσε τον εξαρτημένο χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, που με δραχμή ή ευρώ δεν βλέπει ήλιο στον ορίζοντα της γερασμένης νεοφιλελεύθερης Ευρώπης η οποία προσπαθεί να αναρρώσει με τα γιατροσόφια του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ. Οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί ψευδογιατροί, με τις αλχημείες και τις «λάθος συνταγές» δεν έσωσαν τα τελευταία 6 χρόνια τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα από τη φτώχεια, την πείνα και τον θάνατο. Οι αυτοκτονίες, η ανεργία, η φτωχοποίηση και η μετανάστευση χαρακτηρίστηκαν, απλά, σαν παράπλευρες απώλειες και ο Αντώνης παραμένει θεατής στο ίδιο θρίλερ του Grexit και της χρεοκοπίας δουλεύοντας ήλιο με φεγγάρι για να γλιτώσει την αποδημία στο εξωτερικό ή στον Κύριο.

Σήμερα που έφτασε ο κόμπος στο χτένι, τη νύχτα της Ανάστασης, σκεφτόταν ο Αντώνης, η προσμονή της εργατικής Πρωτομαγιάς και του Πάσχα την ίδια μέρα, ήταν κάτι παραπάνω από απλή σύμπτωση. Ήταν καινούρια αρχή αγώνων για την Ανάσταση του εργατικού κινήματος και την επαναδιεκδίκηση των χαμένων εργασιακών δικαιωμάτων.

Μικρό παιδάκι ήταν, θυμήθηκε, όταν τα λόγια του πατέρα του μέσα στη δικτατορία, χάραξαν στη σκέψη του προσανατολισμό. Δεν είναι αργία, είναι απεργία, τον άκουσε να λέει θυμωμένος μια Πρωτομαγιά όταν η χούντα την όρισε ως υποχρεωτική αργία για να καταργήσει τις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις. Και η απάντηση της μάνας του «μη φωνάζεις, δεν το ’χουν σε τίποτα να σε ξανακαλέσουν στην αστυνομία», έγραψε στο μυαλό του Αντώνη το «γιατί». Αργότερα μαθητής του Γυμνασίου ακόμα, στην προσπάθειά του να το απαντήσει, άρχισε να διαβάζει την ιστορία διαπιστώνοντας ότι το εργατικό κίνημα χαρακτήριζαν πολύχρονοι αγώνες και θυσίες για την επίτευξη ανθρώπινων συνθηκών δουλειάς και όχι δουλείας.

Εντύπωση του έκανε, όταν διάβαζε για πρώτη φορά το δημοσίευμα της εφημερίδας «Σοσιαλιστής» για την πρώτη διεκδικητική ελληνική Πρωτομαγιά το 1893. Διάβαζε: «2 Μαΐου, ημέρα Κυριακή, έξι μετά μεσημβρίας, εις το αρχαίον στάδιον όπισθεν του Ζαππείου συγκεντρώθησαν 500 περίπου διαδηλωταί. Οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν εργάται ευπρεπώς κατά το πλείστον ενδεδυμένοι με ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης και πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Ήταν οι πρώτοι σοσιαλισταί εν Ελλάδι με τον Σταύρον Καλλέργη». Ήταν αυτοί που φώναζαν και διεκδικούσαν με ψήφισμα που θα απηύθυναν αργότερα στη Βουλή, ανθρώπινα δικαιώματα για τους εργάτες που δούλευαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου με μεροκάματα πείνας. Με το ψήφισμα αυτό, οι εργάτες ζητούσαν:
1) Την Κυριακήν, να κλείνονται τα καταστήματα και να αναπαύονται οι εργάται.
2) Οι εργάται να εργάζονται 8 ώρας και να απαγορευτεί η παιδική εργασία.
3) Να απονέμεται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς εργασίαν.

Αιτήματα επίκαιρα και διαχρονικά, σκέφτηκε ο Αντώνης, και αναρωτήθηκε αν ζούσε στο χτες ή στο σήμερα. Σε μία εποχή που τα εργατικά ατυχήματα ήταν στην ημερήσια διάταξη, οι εργάτριες και οι εργάτες που έμεναν ανάπηροι, κατέληγαν ζητιάνοι στους δρόμους, όπως ανέφερε η Καλιρρόη Παρέν στην «Εφημερίδα των Κυριών» για την νεαρή κόρη η οποία εργαζόμενη «εν Πειραιεί εις το εργοστάσιον του Ρετσίνα, έχασε το χέρι της από το μηχάνημα προδικάζοντας την τύχη της ως ζητιάνας».
Λες να ξανακαταντήσουμε έτσι, μονολόγησε ο Αντώνης και ξαναγύρισε στον Καλλέργη. Τότε, το 1893, που οι διαδηλωτές της Πρωτομαγιάς είχαν αυξηθεί από τους μόλις 30 που ήταν το 1892, γεγονός που έδειχνε ότι «η πρόοδος βάδιζε τον δρόμον της». Ο «ταραξίας» Καλλέργης, όπως τον αποκαλούσε η κυβέρνηση Τρικούπη, είχε το θάρρος να ορθώσει το ανάστημά του αγωνιζόμενος «για τους πάσχοντες αδελφούς του» όταν ο εκσυγχρονιστής πρωθυπουργός ανακοίνωνε στη Βουλή τη χρεοκοπία της Ελλάδας (10/12/1893).
Από τότε χρειάστηκε να περάσουν 17 χρόνια για να ξαναεορταστεί η εργατική Πρωτομαγιά. Στο διάστημα αυτό ξέσπασαν μεγάλες απεργίες σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας, αλλά το 1911 ήταν η χρονιά που η «Φεντερασιόν» στη Θεσσαλονίκη αναλαμβάνει τη διοργάνωση της εργατικής Πρωτομαγιάς. Στην απεργία συμμετείχαν Εβραίοι, Βούλγαροι, Έλληνες και Τούρκοι, με κόκκινα λάβαρα τραγουδώντας τη Διεθνή. Η αστυνομία επεμβαίνει και συλλαμβάνει τους πρωτεργάτες Αβραάμ Μπεναρόγια, Λεβί Σαμπετάι και Σαμουήλ Γιονά. Την ίδια χρονιά, στην Αθήνα, την Πρωτομαγιά του 1911, οι εργάτες με το σοσιαλιστή Νίκο Γιαννιό διαδήλωναν στο Μετς και διεκδικούσαν «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο!»… Και τώρα, το 2016, έναν αιώνα από τότε, με πίκρα σκεφτόταν ο Αντώνης, πως χρειάζεται σήμερα να διεκδικήσει ακόμη και τον ύπνο του που τον έχασε για την «ανάπτυξη της αγοράς». Πόσες απαγορευμένες και ματωμένες Πρωτομαγιές χρειάστηκαν για να ξαναγυρίσουμε σήμερα στο σημείο μηδέν της μαύρης και ανασφάλιστης «εργασίας»;

Ήταν το 1924, επί πρωθυπουργίας Αλέξανδρου Παπαναστασίου, όταν απαγορεύτηκε ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς με στρατιωτικό νόμο. Οι εργάτες έσπασαν την απαγόρευση, ακολούθησε σύγκρουση, η αστυνομία έριξε στο ψαχνό και στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου στην Αθήνα σκοτώθηκε ένας εργάτης και δώδεκα άτομα τραυματίστηκαν γιατί «δεν κράτησαν την ψυχραιμία των αι αστυνομικές δυνάμεις», όπως έγραψε ο τύπος της εποχής. Ήταν η πρώτη ματωμένη Πρωτομαγιά.

Το 1932, Πρωτομαγιά και Πάσχα μαζί, σαν και τώρα, μονολογούσε στο «κελί» του ο Αντώνης, συμβαίνει μία ακόμη πτώχευση της Ελλάδας που κηρύσσεται επίσημα, τον Μάιο του 1932, από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, ως αποτέλεσμα της διόγκωσης του εξωτερικού χρέους της χώρας λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Οι διαδηλωτές της Πρωτομαγιάς προσπαθούν να συγκεντρωθούν στις στήλες του Ολυμπίου Διός, αλλά η αστυνομία επεμβαίνει με ξυλοδαρμούς, μαζικές συλλήψεις, φυλακίσεις και εξορίες για το επόμενο διάστημα. Οι Αρχές κατηγορούν τους κομμουνιστές ότι θα επιτεθούν στους επιτάφιους, για να δικαιολογήσουν τις συλλήψεις και τα βασανιστήρια προκειμένου το αστικό καθεστώς να προλάβει και να αποτρέψει την Ανάσταση των εργατών.
Μία ακόμη ματωμένη Πρωτομαγιά θα ακολουθήσει το 1936. Οι καπνεργάτες στην Θεσσαλονίκη αντιστέκονται μαζικά και κηρύσσουν πανεργατική απεργία την 1η Μαΐου. Η κυβέρνηση του δικτάτορα Μεταξά διατάζει την αστυνομία να χτυπήσει τους διαδηλωτές για να μάθουν να μη σηκώνουν κεφάλι. Στα αιματηρά επεισόδια που διαρκούν μια βδομάδα, ένα παλικάρι ο Τάσος Τούσης, πέφτει νεκρός από σφαίρα στη γωνία Συγγρού και Πτολεμαίων, κοντά στο ξενοδοχείο «Μητρόπολις» της Θεσσαλονίκης. Μια Μάνα-Παναγιά θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του, ένας ποιητής γράφει τον δικό του «Επιτάφιο»: «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου». Ένας συνθέτης συντετριμμένος από τη δολοφονία μεταφέρει τον πόνο απ’ άκρη σ’ άκρη της γης. Ο Τάσος Τούσης, σύμβολο της ματωμένης Πρωτομαγιάς του ’36, 80 χρόνια μετά είναι παρών στην απεργία της 8ης Μαΐου 2016, στην Εγνατία της Θεσσαλονίκης.

Ωστόσο, ανεξίτηλα χαράχτηκε στη μνήμη του Αντώνη, η κόκκινη Πρωτομαγιά του 1944, όταν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής εκτελέστηκαν οι 200 αγωνιστές και κομμουνιστές από τους ναζί, λίγο πριν φύγουν από την Ελλάδα. Από την αυγή μέχρι 10:30 πμ. είχαν εκτελεστεί 200 Έλληνες πατριώτες, ποτίζοντας με το αίμα τους το Δέντρο της Λευτεριάς. Όσοι από τους κατοίκους της Καισαριανής είχαν συναίσθηση της κατάστασης, άλαλοι χτυπούσαν τα στήθη τους και μοιρολογούσαν κάθε φορά που τα φορτηγά ξεφόρτωναν αγωνιστές για την εκτέλεση. «Εμείς τα παιδιά κλείναμε τα αφτιά μας τρέμοντας στο άκουσμα της ριπής», έγραφε αργότερα η Μαρία Τ., στα τετράδια της φυλακής και με πίκρα καρδιάς έκανε τον απολογισμό της: «κρίμα για την ανθρωπότητα που δεν διδάχτηκε από τη θυσία των 200 της Καισαριανής για την επικράτηση του δίκιου στον κόσμο».
Πολλά χρόνια αργότερα, μόλις το 1960, έχουμε τον πρώτο ενωτικό εορτασμό με πολλά επεισόδια και συλλήψεις από την ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που δεν έδωσε άδεια για ελεύθερη Πρωτομαγιά. Μετά από 7 χρόνια, με τη χούντα των συνταγματαρχών στην πολύπαθη πατρίδα μας, σταματάει ο εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς. Ήταν η εποχή που οι λαϊκοί αγώνες και η δημοκρατία είχαν μπει στον γύψο για θεραπεία.
Από τη μεταπολίτευση, τη δεκαετία του ’80 και μετά, όταν ήταν φοιτητής ο Αντώνης, θυμήθηκε τη διαφαινόμενη διαπλοκή και ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ) που νομιμοποιήθηκε, πριμοδοτήθηκε, και κρατικοποιήθηκε με τους «εκλεκτούς» εργατοπατέρες να ηγούνται στις εορταστικές Πρωτομαγιές πριν μεταμορφωθούν σε βουλευτές και υπουργούς των κυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εναλλάξ.

 
Μ’ αυτά και άλλα επίπονα διαβάσματα, μπολιάστηκε η ζωή του Αντώνη, έτσι ώστε σήμερα να είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει ακόμα και μέσα στο «κλουβί» του πως ο αγώνας και η ταξική πάλη όχι μόνο δεν τον απειλούν, αλλά είναι και η μόνη λύση για μια ζωή με αξιοπρέπεια. Και κει που θα νόμιζε κανείς ότι η αφύπνιση της ιστορικής μνήμης θα τον κούραζε, στην προσμονή της αυγής του Πάσχα, συνέβηκε το αντίθετο. Το χάραμα ήρθε στην ώρα του, αβίαστα, να τον φωτίσει και να τον κρατήσει όρθιο και δυνατό. Σαν φιλμ πέρασε γρήγορά από μπροστά του η ζωή και ήρθε η ώρα του απολογισμού. Ώριμος πια, πατέρας δύο παιδιών, αναρωτήθηκε τι έκανε για τον κόσμο που θα τους παραδώσει. Πέρασε νύχτες και νύχτες φυλακισμένος στον στενό χώρο εξυπηρέτησης των πελατών, στο κόσμο που έδειχνε απόλυτα ελεύθερος και ανοιχτός. 24 ώρες ανοιχτά στο κέρδος, στη συσσώρευση πλούτου, όπου όλα επιτρέπονται αρκεί να κάνεις τη δουλειά σου και να κρατάς το στόμα σου κλειστό. Ένα φανάρι πάντοτε πράσινο στην αγοραία κοινωνία της ανοχής, όπου όλα πωλούνται και όλα αγοράζονται 24 ώρες το 24ωρο.
Πώς καταντήσαμε, ψιθύρισε θυμωμένος, από το 8ωρο στο 24ωρο, να ξημερώνει και Πρωτομαγιά! Κι αυτός στο ανοιχτό κλουβί του, σαν να μη συμβαίνει τίποτα; Δεν το άντεχε. Το στρίγκλισμα των αυτοκινήτων στη λεωφόρο τον τάραξε περισσότερο.
Πολύ πριν από την αλλαγή της βάρδιας τηλεφώνησε στον ιδιοκτήτη του καταστήματος:
-Το απόγευμα, κύριε Βαγγέλη, δεν θα έρθω για δουλειά, γιατί είναι Πάσχα και Πρωτομαγιά μαζί.
-Ε, και λοιπόν, του απάντησε εκείνος συγχυσμένος, εμείς το ξέρεις, είμαστε πάντα ανοιχτά, 24 ώρες, 7 μέρες την εβδομάδα, δεν έχουμε αργία.
Ο θυμός πλημμύρισε τον Αντώνη και ήταν ίδιος με τον θυμό του πατέρα του, όταν, παιδάκι ακόμα, τον άκουσε να βρίζει τη χούντα για την απαγόρευση της Πρωτομαγιάς. Παρότι μιλούσε στο τηλέφωνο, ύψωσε το ανάστημά του και αποφασιστικά απάντησε:
-Ξέρω, η Πρωτομαγιά δεν είναι αργία, είναι απεργία.

Ανδριανή Στράνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου