Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Τρεις ιστορίες μία Ουσία

 
Πίνακας του Αφροαμερικανού καλλιτέχνη Ζαν-Μισέλ Μπασκιά (1960-1988)
Πρώτη
Ψιχάλιζε όλη τη νύχτα. Τα μάτια της δεν έλεγαν να στεγνώσουν. Η ηρεμία της νύχτας έδωσε στην πρωινή εικόνα της αποβάθρας του τρένου μεγαλύτερη ένταση. Στην αναμονή για την Ομόνοια τους είδε να κάθονται στο παγκάκι και πήγε προς το μέρος τους. Ήταν παλιοί γειτόνοι. Πριν από χρόνια, όταν ήταν... ακόμα παιδιά, ήρθαν από το Πακιστάν και δούλευαν φασόν ήλιο με φεγγάρι για να ξεφύγουν από τη φτώχεια τους. Η πόρτα στο δωμάτιο του ισογείου που έμεναν άνοιγε κατά τις 8 το βράδυ και η αυλή με τη λεμονιά πλημμύριζε από τη μυρωδιά των κρεμμυδιών στην κουζίνα τους. Καθώς η Ελένη ήταν δασκάλα δεν έμεινε αδιάφορη στη σκληρή τους πραγματικότητα. Ήξεραν μόνο καμιά εικοσαριά λέξεις στα Ελληνικά και ήταν ακόμη έφηβοι. Το σχολείο θα τους βοηθούσε πολύ. Τους το πρότεινε. Το απογευματινό σχολείο των μεταναστών ήταν μια λύση μιας και η ίδια δίδασκε εκεί ως εθελόντρια. Εκείνοι ήταν διστακτικοί, ήταν μεγάλοι έλεγαν και ήθελαν να ξεκουράζονται μετά το ολοήμερο κάθισμά τους στη μηχανή της υπόγειας βιοτεχνίας όπου έραβαν τα κοστούμια του καπιταλισμού. Η Ελένη κατάλαβε ότι δεν ήθελαν το σχολείο γιατί δεν προλάβαιναν και προσπάθησε να τους εξηγήσει συντροφικά ότι δεν είναι και δεν πρέπει να αισθάνονται μόνοι στην ξένη χώρα. Μόνο ο λαός μπορεί να έχει ράμματα για τη γούνα του καπιταλισμού, τους είπε χαμογελώντας, κι εκείνοι αν και δεν κατάλαβαν, απάντησαν με το γεμάτο χαμόγελο φως του νέου ταξιδευτή της ανάγκης. Μετά τους έχασε. Άλλαξαν σπίτι σκέφτηκε. Σήμερα το πρωί στην αποβάθρα κόντεψε να μην τους αναγνωρίσει. Όταν προσπάθησαν να σηκωθούν όρθιοι δεν τα κατάφεραν με την πρώτη φορά. Τα πόδια λύγιζαν. Τα μάτια θολά. Κινήθηκαν με δυσκολία προς το μέρος της να ζητήσουν χρήματα για μια «δόση ζωής» που οι «ουσίες» τους είχαν αφαιρέσει.
Δεύτερη
Το λεωφορείο έκανε τη διαδρομή «Άσπρος Μύλος – Νεκροταφείο». Ήταν πήχτρα, αλλά ήταν το μόνο μέσον που πήγαινε μέχρι τη φίλη της και αναγκαστικά το πήρε καθώς είχε καιρό να τη δει. Στη διαδρομή, ο κόσμος αραίωσε και οι αδειανές θέσεις της γαλαρίας ήταν πρόκληση για την κούρασή της. Με το που κάθισε κατάλαβε γιατί οι περισσότεροι επιβάτες στριμώχνονταν στο μπροστινό μέρος. Τέσσερις νέοι άνθρωποι στην ηλικία, στις τελευταίες θέσεις μοιρολογούσαν το θάνατό τους. Εκείνη έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένη την εικόνα. Πάγος! Ανατρίχιασε. Έξω είχε 40 βαθμούς, μέσα ψυγείο με τα κλιματιστικά κλειστά. Οι κουβέντες τους αποκαλυπτικές, δεν τους ένοιαζε που άκουγαν οι επιβάτες, ήταν σε άλλο κόσμο σα να είχαν πεθάνει. Ήταν ζωντανοί – νεκροί. Συναντιόντουσαν δυο, τρεις φορές την εβδομάδα στη διαδρομή του θανάτου. Κοντά στο νεκροταφείο γινόταν το εμπόριο. Η δόση φτηνή. Κάποιοι δεν είχαν καταφέρει να επιστρέψουν. Έμειναν να θαφτούν εκεί. «Έπιναν» από την εφηβεία. Δέκα χρόνια μετά ήταν γέροι. Οι τρεις ήταν μετανάστες έγχρωμοι. Είχαν έρθει να γλιτώσουν από τον πόλεμο και την πείνα. Δεν ήταν ομοεθνείς και φίλοι μα τους ένωνε η αγγλική, η στέρηση και η «παραμύθα». Χωρίς να γνωρίζουν τον Αριστοτέλη, καλή του ώρα, έψαχναν την Ουσία του όντος, σε λάθος τόπο. Η «παραμύθα» τους αρρώστησε και πέσανε στην παγίδα των «ουσιών». Από εκεί δεν βγαίνεις με τίποτα μονολόγησε αγγλιστί μέσα στη θλίψη του, ο πιο ψηλός.

Μεγάλη πληγή για τη νεολαία, κρίμα για τις οικογένειες και άλλα τέτοια συμπονετικά ψιθύριζαν οι επιβάτες που φάνηκε ότι είχαν συνηθίσει αυτή την εικόνα. Ήταν ο θάνατος μεταμορφωμένος σε καθημερινότητα. Στο τέλος όλα συνηθίζονται. Πριν καλά-καλά φτάσει το λεωφορείο στο τέρμα του θανάτου ο έγχρωμος έδωσε στον άλλο τη σύριγγα για το ταξίδι στον «άλλο κόσμο» χωρίς ελέγχους και αναμονή στα σύνορα. Έτσι κι αλλιώς όλο το λεωφορείο είχε αδειάσει.
Τρίτη
Όλη τη νύκτα έβρεχε στο Hotspot. Τελείωσε αργά τη βάρδια και για να μη βγαίνει μεσ’ την κακοκαιρία νυχτιάτικα, ο Σ. δάσκαλος εθελοντής έμεινε όλη τη νύχτα στον καταυλισμό των προσφύγων. Πρωί-πρωί θα έπαιρνε το λεωφορείο για το σχολείο του. Καθώς η κόπωση από τον κάματο της αγάπης βάραινε τα βλέφαρά του έγειρε στο ράντσο της κουζίνας για να κοιμηθεί. Παιδικές φωνές συντρόφευαν τα όνειρά του. Τα είχε έγνοια, έπρεπε το Σεπτέμβρη να πάνε στο σχολείο. Οι φωνές αγρίεψαν και τον έκαναν να πεταχθεί έντρομος. Γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν παιδικές αυτές οι φωνές. Με τα παπούτσια λυτά βρέθηκε στην είσοδο. Ο έμπορος της λευκής ελπίδας είχε έρθει στην ώρα του στο κέντρο φιλοξενίας με τη δόση φτηνή και νοθευμένη. Τα μαχαίρια δεν άργησαν να βγουν για το ξεκαθάρισμα μεταξύ των dealers. Για κάποιον ίσως να μην ξημερώσει, είπε στον δάσκαλο, ο φίλος εθελοντής μάρτυρας του επεισοδίου. Δεν τους έφτανε ο πόλεμος, το ξεσπίτωμα, ο θαλασσοπνιγμός, ήρθαν και τα ναρκωτικά να συμπληρώσουν το δράμα των προσφύγων με τα μπαγκάζια και τα παιδιά στους ώμους. Αύριο τα μικρά παιδιά σ’ αυτό το νυχτερινό τοπίο θα έπαιζαν αμέριμνα με τα παιχνίδια της φιλανθρωπίας που τους είχαν προσφέρει οι κυρίες της καλής κοινωνίας μέσα στα λασπόνερα. Ο δάσκαλος στη στάση περίμενε το δρομολόγιο των 7 για να πάει στο σχολείο. Ήταν σκεπτικός με τα προσφυγόπουλα που άφηνε πίσω του για άλλη μια μέρα χωρίς μάθημα. Για τα παιδιά είναι ό,τι χειρότερο το «φιλόξενο» και «φιλάνθρωπο» αυτό περιβάλλον. Χρειάζονται επειγόντως σχολείο από το Σεπτέμβρη, μονολόγησε, καθώς ανέβαινε στο λεωφορείο.
Αντί επιλόγου

Περί «ουσίας» λοιπόν ο λόγος, που χτυπά κατευθείαν στην καρδιά του προσφυγικού – μεταναστευτικού, αποσκοπώντας στον έλεγχο και το κέρδος. Η αγορασμένη ελευθερία που ταξιδεύει με τα φουσκωτά δουλεμπορικά διάτρητη από την απάτη, δεν καταφέρνει να φτάσει ούτε μέχρι την ακτή της ευδαίμονος χώρας.

Ξεφουσκώνει γρήγορα όπως και η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και πνίγεται στην πρώτη στεριά. Η συνέχεια γνωστή, πλατείες, πάρκα, κέντρα φιλοξενίας, μια φυλακή αναμονής στο όνειρο της «μαγευτικής» Γερμανίας. Καθηλωμένοι λοιπόν πρόσφυγες και μετανάστες, αποκομμένοι από τον κοινωνικό ιστό εύκολα μετατρέπονται σε εξαρτώμενες «ροές», βαποράκια του συστήματος που συντηρεί και συντηρείται με το παραμύθι των ίσων ευκαιριών στην «Ελεύθερη Ευρώπη» ή με την «παραμύθα» για τους πιο αδύναμους.

Ανδριανή Στράνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου